Archive for 2010

stop the clock

είναι κάτι μέρες
και κάτι μήνες
που δεν περνάνε με τίποτα
ή μάλλον περνάνε χωρίς να το καταλάβεις
και χωρίς να έχεις προλάβει να κάνεις τίποτα
κάποιος να σταματήσει το ρολόι ρε παιδιά
μήπως και προλάβουμε να ζήσουμε
πριν το ρολόι σταματήσει μια και καλή


Posted in | 2 Comments

Από το 0 στο 1


Αυτό το μικρό, τυφλό και ανυπεράσπιστο πλάσμα, που η μόνη άμυνά του απέναντι στους κινδύνους είναι να νιαουρίζει σαν να μην υπάρχει αύριο, θα μεγαλώσει και θα εξελιχθεί σε ένα σαρκοβόρο τέρας με προτίμηση γυμνά ανθρώπινα μέλη και θα απαιτεί την πλήρη αφοσίωση της ανθρώπινης συντροφιάς του. Όντως η ζωή λειτουργεί με τρόπο δυαδικό.

(ελλείψει χρόνου, ποστάκι που είχα κάνει τον Σεπτέμβρη στο tumblr)

Posted in | 1 Comment

24 μέρες ακόμα

Βρισκόμουν, λέει, με τη γυναίκα μου σε μια πλαγιά ενός απροσδιόριστου βουνού και είχαμε χαθεί. Δε μας πολυπείραζε όμως στην αρχή, γιατί η πλαγιά ήταν καταπράσινη, ο καιρός γλυκός (καλή ώρα) και η διάθεση χαλαρή. Όσο όμως περνούσε η ώρα συνειδητοποιούσα ότι έπρεπε να γυρίσω στο στρατόπεδο για να εκτίσω 24 μέρες επιπλέον θητείας που μου έμεναν. Το γνώριμο άγχος και η απελπισία που συνοδεύει την επιστροφή κάθε στρατιώτη στο στρατόπεδο με κυρίευσαν, πολλαπλασιασμένα όμως επί x (x→∞) φορές γιατί η δική μου επιστροφή δεν προβλεπόταν αφού είχα απολυθεί αρκετά χρόνια πριν. Το βλέπω συχνά αυτό τον εφιάλτη, συνήθως στη militaire έκδοσή του (άλλες παραλλαγές με θέλουν πίσω στο σχολείο για να κάνω την Γ' Λυκείου καθώς, για κάποιο λόγο, αυτή η υποχρέωσή μου ξέφυγε από το σύστημα που εντωμεταξύ με άφησε να σπουδάσω, να πάρω Master και διδακτορικό). Εδώ όμως το νέο στοιχείο της υπόθεσης ήταν ότι έπρεπε και η γυναίκα μου να εκτίσει το ίδιο χρονικό διάστημα θητείας κι αυτό ενέτεινε το άγχος σε επίπεδα δυσθεώρητα.


Εντωμεταξύ καναδέζες άρχισαν να καταφτάνουν στο σημείο που βρισκόμασταν για να μας πάρουν για το στρατόπεδο. Προσπαθούσα να προστατεύσω τη γυναίκα μου λέγοντάς της ότι δε χρειάζεται να παρουσιαστεί γιατί οι γυναίκες απαλλάσσονται της στράτευσης, αλλά μέσα στην παραζάλη του ονείρου δεν μπορούσα να βρω ένα λογικό επιχείρημα για να υποστηρίξω αυτή τη θέση. Έτσι έμεινα να ανησυχώ για το πώς θα προσαρμοστεί, πώς θα τα πάει με τους αυστηρούς ανώτερους, πόσο θα αντέξει ψυχολογικά, τι θα κάνει μόνη της η γάτα μας τόσες μέρες. Όλως παραδόξως για τον εαυτό μου ανησυχούσα ελάχιστα, σκεπτόμενος ότι "αφού στο παρελθόν το έχω κάνει για τόσους μήνες θα τις καταφέρω άλλες 24 μέρες". Με άγχωνε όμως η προοπτική να εγκαταλείψω τη δουλειά μου για αυτό το χρονικό διάστημα, σε σημείο που σκέφτηκα να πάρω τρίμηνη αναβολή (!) γιατί αν παρουσιαζόμουν θα έχανα την ευκαιρία να κάνω το defence του thesis μου.

Τελικά, με κάποιο τρόπο (η τηλεμεταφορά είναι το βασικό μεταφορικό μέσο στα όνειρα) βρεθήκαμε στο γραφείο ενός φίλου δικηγόρου που προσπαθούσε να μας βοηθήσει χωρίς όμως αποτέλεσμα. Κι ενώ κλωθογυρίζαμε γύρω από διατάξεις και νόμους, η ώρα του σιωπητηρίου ζύγωνε και οι καναδέζες περίμεναν ανυπόμονα με αναμμένες μηχανές έξω από το γραφείο, τότε έκανα τη μεγάλη κίνηση. Ανακοίνωσα στον δικηγόρο και στη γυναίκα μου ότι αφού είχα το απολυτήριο στρατού, το οποίο και βρήκα μέσα στον ορυμαγδό των χαρτιών που είχαμε απλώσει πάνω στο γραφείο του δικηγόρου, δεν ήμουν υποχρεωμένος να εκτίσω ούτε μία ώρα επιπλέον θητείας. Το ίδιο και η γυναίκα μου, αφού μέσα στον ίδιο χαμό βρήκα και διάβασα τη σχετική διάταξη περί μη στράτευσης γυναικών γραμμένη στην πίσω μεριά ενός πακέτου από μακαρόνια.

Και ενώ συνήθως ο εφιάλτης τελείωνε με εμένα να πετάγομαι από τον ύπνο για να τον διακόψω και τη γάτα μου να τρομάζει με το απότομο ξύπνημά μου, αυτή τη φορά τελείωσε με τις καναδέζες να φεύγουν και εμάς να απολαμβάνουμε εσπρεσσάκι στο γραφείο του δικηγόρου λέγοντας ανέκδοτα. Τα μακαρόνια δεν τα φάγαμε παρεμπιπτόντως.

Δηλώνω ότι οποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικές καταστάσεις δεν είναι συμπτωματική κι αυτό είναι το πιο αισιόδοξο μήνυμα από αυτόν τον εφιάλτη :-)

Posted in | 8 Comments

The Corrections: so good, it hurts


Αυτό που έχω πάθει με το The Corrections (2001) του Jonathan Franzen ομολογώ ότι δεν το έχω ξαναπάθει με άλλο βιβλίο. Είναι τόσο εξαιρετικά απίστευτα καλογραμμένο, τόσο συγκλονιστικά και απύθμενα τέλειο που δεν αντέχω να διαβάσω πάνω από 10 σελίδες τη μέρα χωρίς να το παρατήσω όντας σε υπερένταση (overwhelmed is the word) από το πόσο μοναδικά υπέροχο είναι. Δε θα γράψω περισσότερα για υπόθεση ή για χαρακτήρες (ένα απλό googlοψάξιμο θα σας λύσει την απορία), απλά σας ξορκίζω στο όνομα των σελίδων που γυρνάτε στο κρεβάτι, στο μετρό ή στο αεροπλάνο: δανειστείτε το, κλέψτε το, ό,τι κι αν σας φωτίσει ο Θεός να κάνετε, διαβάστε το τώρα αν δεν το έχετε ήδη κάνει.

Posted in | Leave a comment

Προσεχώς επιβίωση

Ξέρεις τι γίνεται και δεν γράφω συχνά εδώ μέσα τον τελευταίο καιρό, εξάλλου το έχω ξαναγράψει. Σε άλλες εποχές που θεωρούσα κάποιες εργασιακές καταστάσεις δεδομένες με ενοχλούσε, όμως τώρα δε με ενοχλεί καθόλου. Ίσα-ίσα που με γεμίζει περισσότερο από πριν και μέχρις ενός σημείου το επιδιώκω, ακόμα και αν οι περιρρέουσες συνθήκες και οι προοπτικές επιδεινώνονται.


Αυτό που εννοώ είναι ότι όσο κι αν ο ορίζοντας της εργασιακής βεβαιότητας μικραίνει συνεχώς, όσο κι αν με τις φημολογούμενες αλλαγές στην τριτοβάθμια εκπαίδευση το όνειρο ακαδημαϊκής σταδιοδρομίας στην Ελλάδα απομακρύνεται, όσο κι αν η προοπτική αυτοαπασχόλησης μοιάζει στη συγκεκριμένη συγκυρία με ρώσικη ρουλέτα, αισθάνομαι ότι κάθε μέρα που περνάει και γυρίζω από τη δουλειά είναι μια επιτυχία. Το ίδιο αισθάνομαι και για τη γυναίκα μου. Όταν επιστρέφουμε το βράδυ στο σπίτι, ψόφιοι, και συζητάμε (naturally) τα περί δουλειάς πάνω στο τραπέζι του φαγητού νιώθω τυχερός που ακόμα μπορούμε να το κάνουμε. Γιατί αυτή είναι μια περίοδος επιβίωσης και συντήρησης, άρα κάθε μέρα που περνάει και καταφέρνεις να διατηρείς το βιοτικό σου επίπεδο και τη συναισθηματική ισορροπία που προκύπτει από αυτό πρέπει να τη θεωρείς επιτυχημένη. Κι αυτό ισχύει παρότι η περίοδος των early/mid-30s θα έπρεπε να είναι η αρχή της ανόδου και της δημιουργίας αυτής της προστιθέμενης αξίας που στη δύση της ζωής θα αξιολογείς και θα αναπολείς. Μπορεί για λίγους και τολμηρούς οι ευκαιρίες να είναι προφανείς και εύκολα εκμεταλλεύσιμες αλλά νομίζω ότι πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι η πλειοψηφία των συνομήλικών μου ανήκει σε μια χαμένη γενιά που πρέπει πλέον να μοχθήσει και να χτίσει για τις επόμενες, με την ελπίδα ότι και οι επόμενες θα κάνουν το ίδιο.

Είναι, λοιπόν, σημαντική κάθε μέρα που περνάει χωρίς προσωπικά απρόοπτα, γιατί το τέλος κάθε μέρας μας φέρνει πιο κοντά στο τέλος της θλιβερής κατάστασης που ζούμε. Ποιο θα είναι αυτό το τέλος δεν το γνωρίζω και παρότι το υποπτεύομαι δεν θέλω να το προσδιορίσω - μπορεί να είναι η δημοσιονομική εξυγίανση, μπορεί η χρεωκοπία, μπορεί η κατάλυση του κράτους. Το σημαντικό όμως είναι ότι αυτή τη στιγμή δεν μπορείς να προβλέψεις, να σχεδιάσεις μεσοπρόθεσμα (ούτε καν βραχυπρόθεσμα) την πορεία της ζωής σου, γιατί κυριολεκτικά δεν ξέρεις τι θα σου ξημερώσει την επόμενη μέρα. Κάποια στιγμή όμως αυτή η ρευστή κατάσταση θα παγιωθεί, με τη μία ή την άλλη μορφή. Θα ξέρεις ότι το βαρέλι δεν έχει άλλο πάτο και τότε θα μπορείς να κάνεις τα κουμάντα σου, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, για να αρχίσεις να αναρριχάσαι.

Για ανθρώπους σαν κι εμένα που το στρατηγικό πλάνο της ζωής συχνά μεταφράζεται σε πολλαπλά και ευέλικτα μεσοπρόθεσμα ή/και βραχυπρόθεσμα στάδια επίτευξής του ή σε κανένα σχέδιο απολύτως, αυτή η day-by-day διαχείριση και αναθεώρηση είναι κουραστική. Είναι όμως η μοναδική ευκαιρία επαφής και τριβής με την πραγματική πλευρά της ζωής που λίγο το οικογενειακό περιβάλλον, λίγο η επαγγελματική δραστηριότητα, λίγο τα υπάρχοντα μαξιλάρια ασφαλείας, λίγο ο ίδιος ο χαρακτήρας μου, με έχουν κάνει να την παραμελήσω. Προσεχώς επιβίωση, λοιπόν, και εξάσκηση στις πραγματικές συνθήκες της.

Υ.Γ. Πέρα από τις όποιες σκόρπιες σκέψεις ήθελα εδώ και καιρό να μοιραστώ, η τελική έμπνευση για αυτό το post ήρθε από τη εκπληκτική σειρά αναρτήσεων "Ημερολόγιο ενός ανέργου" στο blog του αγαπητού The_Stranger (Twitter: @The_Stranger_gr).

Posted in | Leave a comment

Η ιστορία μιας ψήφου και άλλες διαπιστώσεις

Επιτέλους, έστω και με 65% αποχή η Αθήνα έχει την ευκαιρία να αλλάξει μετά από 4 χρόνια ελεύθερης πτώσης. Ας ελπίζουμε ότι ο καινούριος δήμαρχος θα μπορέσει να ανακόψει την πτωτική πορεία ή έστω να κάνει τα αυτονόητα στο μέτρο που πραγματικά μπορεί, χωρίς υπεκφυγές και μεταθέσεις ευθυνών, χωρίς την αλαζονεία της εξουσίας και, το σημαντικότερο, με τη βοήθεια και τη συμμετοχή όλων των Αθηναίων.


Δε θυμάμαι αν το έχω γράψει εδώ μέσα, αλλά ήμουν από αυτούς που αρχικά ενθουσιάστηκαν με την υποψηφιότητα Καμίνη: ακομμάτιστος, επιτυχημένος ακαδημαϊκός, γνώστης του κράτους όσο κανένας άλλος, και ,το σημαντικότερο, άφθαρτος και φρέσκος. Όσο περνούσε ο χρόνος και η παρουσία του δεν γινόταν ιδιαίτερα εμφανής, άρχισα να ψιλο-απογοητεύομαι. Κάτι οι δηλώσεις του (σε κάποιο κεντρικό δελτίο ειδήσεων) ότι ακόμα δεν έχει πρόγραμμα για την πόλη αλλά ιδέες και σκέψεις, κάτι ορισμένες ψιλο-προχώ (αν και αισθητικά καλόγουστες - έχουν δει τα μάτια μου περμανάντ και μουστάκια αυτές τις μέρες...) παρεμβάσεις του, με έκαναν να σκεφτώ ότι αυτή η πόλη χρειάζεται κάτι πιο άμεσα εφαρμόσιμο, όπως π.χ. αυτά που πρότεινε ο Αμυράς: 5 άξονες, πολύ συγκεκριμένοι και με σαφή προσανατολισμό να αλλάξουν την πόλη. Μετά είδα το πρόγραμμα του Καμίνη, πείστηκα ότι είναι πιο λεπτομερές και συγκροτημένο από ό,τι στην αρχή της προεκλογικής περιόδου, και λίγο πριν την κάλπη αποφάσισα να τον στηρίξω ως το κύριο αντίπαλο δέος απέναντι στον Κακλαμάνη, ως εκείνη την επιλογή που μπορεί πραγματικά να πάρει τα ηνία της πόλης και όχι απλώς να εκφράσει δυσαρέσκεια και διαμαρτυρία. The rest is history, που λένε και στο χωριό μου, και μάλιστα όχι τόσο διαφορετική από την ιστορία αρκετών φίλων με τους οποίους είχα την ευκαιρία να συζητήσω αυτές τις μέρες.

Αυτό που όμως με χαροποιεί περισσότερο είναι ότι με την ψήφο σε Καμίνη-Μπουτάρη, δύο ανθρώπους που ποτέ δεν δήλωσαν ούτε ήταν επαγγελματίες πολιτικοί, φάνηκε ότι ξέφτισε το παλαιολιθικό μοντέλο του αναγνωρισμένου κομματικού στελέχους που αναγκάζεται (συχνά παρά τη θέλησή του) να αποδεχτεί την "προτροπή" της ηγεσίας του κόμματός του και να τοποθετηθεί ως ουρανοκατέβατος υποψήφιος σε δήμο με εξέχουσα πολιτική σημασία. Όσοι προτιμούσαν για παράδειγμα κάποιον τύπου Παπουτσή ή Σκανδαλίδη για υποψήφιο στην Αθήνα, με τη δικαιολογία ότι προέρχεται από βαθύ κομματικό πυρήνα, ας αναλογιστούν α) τι ποσοστά θα λάμβαναν τέτοιες υποψηφιότητες και β) προς τα πού θα πορευόταν η Αθήνα με μία ακόμα τετραετία Κακλαμάνη. Το τελευταίο φαίνεται ότι το σκέφτηκε και το εξέφρασε στην κάλπη η πλειοψηφία των λίγων πολιτών που επέλεξαν να ψηφίσουν χτες.

Δεύτερη σχετική διαπίστωση είναι ότι το "ρεύμα" υπέρ Καμίνη μέσω διαδικτύου και social media πρέπει να έπιασε τόπο. Δεν μπορώ να το ποσοτικοποιήσω αλλά οι απόψεις, έστω και στην σχετικά περιορισμένη οπτική μου γωνία στο Twitter, ήταν τόσο κατά του Κακλαμάνη όσο και υπέρ του Καμίνη - το ίδιο και στο Facebook, πάλι υπό περιορισμένη οπτική. Μια περισσότερο ποσοτική μέτρηση αυτού του effect θα ήταν πράγματι ενδιαφέρουσα.

Τρίτη διαπίστωση είναι ότι η σημασία του δικαιώματος της ψήφου είναι πολύ περισσότερο ξεκάθαρη και δυνατή στους ψηφοφόρους μεγαλύτερων ηλικιών. Τόσο χτες όσο και την προηγούμενη Κυριακή μου έκανε τρομερή εντύπωση ότι υπερήλικες που με το ζόρι μπορούσαν να περπατήσουν έφταναν, άλλοι υποβασταζόμενοι, άλλοι με ταξί, στο εκλογικό κέντρο. Μπροστά μου στη σειρά για την είσοδο στο εκλογικό τμήμα (ναι, είχαμε και ουρά χτες) ένας σχεδόν 90άρης αλλά αξιοζήλευτα ζωντανός κύριος είπε τη φράση που νομίζω ότι συμπυκνώνει το νόημα της συμμετοχής της στις εκλογές: "Φυσικά και θα ψηφίζω, γιατί ξέρω πως είναι να μη μπορείς να το κάνεις". Κι αυτό ίσως είναι ένα σημαντικό μάθημα για τους απολιτίκ της γενιάς μου ή για τους ισοπεδωτικούς μηδενιστές προηγούμενων γενεών.

Τέλος, συγκινήθηκα όταν είδα χτες στην TV τον Καμίνη παρέα με τον Δημήτρη Μπέη να χαιρετούν το πλήθος. Όχι τόσο για το συμβολισμό της κίνησης (δύο αριστερών πεποιθήσεων Δήμαρχοι Αθηναίων σε διάστημα 24 ετών), αλλά γιατί γνωρίζω τον κ. Μπέη προσωπικά, το πόσο νοιάζεται για αυτή την πόλη και το πόσο απογοητευμένος είναι από τη συνεχή της πτώση, ιδιαίτερα μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Μακάρι να δούμε όλοι, και ο Δημήτρης Μπέης μαζί, καλύτερες μέρες σ' αυτή την πόλη.

Α, επίσης, να ευχηθώ στον καινούριο Δήμαρχο καλό κουράγιο και σιδεροκέφαλος. Δεν θα είναι καθόλου εύκολο στις συνεδριάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου από τη μία μεριά να έχει τον Ψινάκη και από την άλλη τον Μιχαλολιάκο.

Posted in | 2 Comments

Η αλλαγή περνάει από την ψήφο

Είναι 10:40 το βράδυ και στο 19% των εκλογικών τμημάτων του Δήμου Αθηναίων το αποτέλεσμα είναι 34,91% Κακλαμάνης - 28,51% Καμίνης. Πιθανότατα το αποτέλεσμα θα παραμείνει σε αυτά τα επίπεδα, με μικρές αυξομειώσεις. Η αποχή είναι δραματική: κάτι λιγότερο από 58%. Το ποσοστό του Κακλαμάνη είναι 10% μικρότερο από τον πρώτο γύρο των εκλογών του 2006 και το χαμηλότερο υποψηφίου της ΝΔ από το 1986 που ηγούνται του Δήμου.


Με το φτωχό μου το μυαλό ερμηνεύω αυτή την αποχή ως αντίδραση για το κατάντημα της Αθήνας. Η αποχή είναι επίσης που δίνει σε ακροδεξιά παράταξη έδρα στο δημοτικό συμβούλιο της Αθήνας, κι αυτό πρέπει να μας προβληματίσει έντονα. Μόνο που όταν θέλεις να αλλάξεις τα πράγματα ο ένας και μοναδικός τρόπος για να μην πετύχεις αυτό που θέλεις είναι να μην κάνεις τίποτα, δηλαδή να απέχεις. Αυτή τη στιγμή η συγκυρία είναι μοναδική για να αλλάξει η κατηφορική πορεία της Αθήνας. Αν από τους 3 στους 5 που σήμερα απείχαν ο ένας μετουσιώσει την ερχόμενη Κυριακή την αντίδραση στο πρόσωπο και το έργο του Κακλαμάνη σε ψήφο, τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν προς το καλύτερο, γιατί πραγματικά δεν μπορούν να πάνε χειρότερα από ό,τι με τον Κακλαμάνη δήμαρχο.

Posted in | 2 Comments

Περί ηθικού πανικού


Αυτή η φωτογραφία, τραβηγμένη χτες το πρωί κοντά στο γραφείο μου στην Κυψέλη, επιδέχεται πολλών ερμηνειών που μπορούν να προκύψουν μετά από περισσότερη ή λιγότερη σκέψη. Επειδή θεωρώ ότι οι αυτόματες και λιγότερο επεξεργασμένες αντιδράσεις και ερμηνείες είναι αυτές που εκφράζουν τις πραγματικές αντιλήψεις χωρίς το "ραφινάρισμα" της νοητικής επεξεργασίας, η πρώτη σκέψη που μου ήρθε στο μυαλό όταν είδα την πεταμένη τσάντα με στενοχώρησε γιατί ήταν αυτή ακριβώς που δεν θα ήθελα να είναι: Κυψέλη - εγκληματικότητα - ενδεχομένως μετανάστες - ληστεία - διαφυγή - πέταγμα της τσάντας.

Όσο κι αν θέλω λοιπόν να το παίζω ανεπηρέαστος από την καθημερινή και συνεχή τρομολαγνεία, τελικά δεν τα καταφέρνω να μην επηρεαστώ. Αποφεύγω να κυκλοφορώ στο τρίγωνο Ομόνοια-Βάθης-Πλ. Καραϊσκάκη με το αυτοκίνητο όταν έχει σκοτεινιάσει (για πόδια μόνο μέρα και υπό προϋποθέσεις) και όποτε πρέπει να το κάνω κλειδαμπαρώνομαι και κρύβω τσάντες, κινητά, πορτοφόλια. Κάθε φορά που αλλάζω πεζοδρόμιο μεταφέρω την τσάντα στο χέρι που βρίσκεται στη μέσα μεριά του δρόμου. Μέρη οικεία για εμένα μέχρι πριν από μερικά χρόνια (Ευριπίδου - στο Soul είχα περάσει αρκετά βράδια, Πλατεία Θεάτρου - παρκάρισμα Σάββατο πρωί για ψώνια στη Βαρβάκειο) πλέον τα θεωρώ απροσπέλαστα. Νομίζω ότι το αίσθημα ανασφάλειας στις συγκεκριμένες περιοχές είναι δικαιολογημένο - όταν όμως παύει να συνδέεται μόνο με τις κοινωνικές ιδιαιτερότητες αυτών των περιοχών και εμφανίζεται παντού (έστω και σε χαμηλότερο βαθμό), ακόμα και όταν π.χ. περπατάς στα Ιλίσια ή τρέχεις στην Πανεπιστημιούπολη, τότε κάτι δεν πάει καλά.

Αυτό που δεν πάει καλά είναι η ο διαχωρισμός και η αναγνώριση των χαρακτηριστικών που κάνουν κάθε κατάσταση διαφορετική και των πιθανοτήτων που δημιουργούνται για να παραχθεί ένα αρνητικό αποτέλεσμα σε μία δεδομένη κατάσταση. Εν ολίγοις, η άκριτη ισοπέδωση είναι δείγμα του ηθικού πανικού που έχει επηρεάσει την κοινωνία στο συγκεκριμένο ζήτημα: συλλογική επικινδυνότητα όλων των μεταναστών, αδυναμία και έλλειψη επιθυμίας ενσωμάτωσής τους στην ελληνική κοινωνία, απουσία "ασφαλών" περιοχών. Μόνο που ποτέ δεν περίμενα ότι αυτός ο ηθικός πανικός θα είχε προσωπική επίδραση και σε εμένα, κι αυτό είναι κάτι που δεν ξέρω πώς να το αντιμετωπίσω.

Μου δημιουργούνται λοιπόν μια σειρά από ερωτήματα: πώς αντιμετωπίζονται τα προσωπικά συναισθήματα ηθικού πανικού; Πώς μπορείς να μην επηρεάζεσαι σε ατομικό επίπεδο από το συλλογικό/κοινωνικό mindset; Σε τελική ανάλυση, είναι υγιές να μην επηρεάζεσαι; Aν όχι, τότε ποια είναι η σωστή (όπως κι αν αντιλαμβάνεται καθένας αυτό τον όρο) επιρροή ενός αρνητικού φαινομένου;

Posted in | 7 Comments

Τα intertubes και άλλες αστοχίες

Σήμερα το πρωί προσπαθούσα για αρκετή ώρα να στείλω μερικά e-mail αλλά το δίκτυο στο γραφείο σέρνεται κυριολεκτικά. Όσο λοιπόν περίμενα να φύγουν τα e-mail (ένα-ένα ανά 1-2 λεπτά) θυμήθηκα κάτι αστείο που είχα διαβάσει προ καιρού και αυτόματα μου ήρθαν στο μυαλό κάποιες ανάλογες περιπτώσεις στην Ελλάδα. Έτσι απλά αυτό το post βρήκε το δρόμο του.

Για να μην μακρηγορώ, το 2006 ο ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Ted Stevens ήταν εισηγητής εναντίον ενός νομοσχεδίου για τη δικτυακή ουδετερότητα. Προσπαθώντας να περιγράψει την ανάγκη επιβολής τελών που θα επέτρεπαν σε ορισμένους ISP να προσφέρουν στους πελάτες τους μεγαλύτερη προτεραιότητα στην πρόσβαση στο διαδίκτυο, παρομοίασε το Internet σαν μία "σειρά από σωλήνες" (series of tubes) που "γεμίζουν" από περιεχόμενο και γιαυτό χρειάζεται κάποιου είδους προτεραιοποίηση στην πρόσβαση. Το σύμμειγμα "intertubes" βρήκε μια επάξια θέση στην διαδικτυακή κουλτούρα και ο γερουσιαστής (που παρεμπιπτόντως σκοτώθηκε σε αεροπορικό δυστύχημα) επικρίθηκε σφοδρά για την έκφραση βαρύνουσας άποψης σε ένα θέμα που δεν κατείχε.

Ανάλογες ατυχείς δηλώσεις έχουν γίνει και από δικούς μας πολιτικούς. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η αναπαραγωγή του αστικού μύθου "Hellenic Quest" το 2008, από τον τότε Υπουργό Παιδείας κ. Στυλιανίδη σε εναρκτήρια ομιλία του στο πλαίσιο μαθητικών αγώνων επιχειρηματολογίας. Επίσης, πολλοί πολιτικοί και ιδιαίτερα τον τελευταίο καιρό αναπαράγουν τον ήδη αποδομημένο μύθο περί κινεζικού ιδεογράμματος που σημαίνει ταυτόχρονα "κρίση" και "ευκαιρία". Θυμάμαι χαρακτηριστικά τον κ. Αβραμόπουλο σε συνέντευξή του πριν από λίγες εβδομάδες στο Mega (το απομαγνητοφωνημένο κείμενο εδώ) να χρησιμοποιεί ακριβώς αυτή τη ρήση, αλλά και τον Υπουργό Ανάπτυξης κ. Χρυσοχοΐδη να αναφέρεται σε κρίση που μπορεί να μετατραπεί σε ευκαιρία στην πρόσφατη συνάντησή του με τους επικεφαλής του ΣΕΒ.

Δεν είναι όμως μόνο οι πολιτικοί που ακολουθούν ατυχείς υποδείξεις των συμβούλων τους ή που θεωρούν ότι κατέχουν ένα ζήτημα για το οποίο δεν έχουν ιδέα. Η πληθώρα "ενημερωτικών" blogs και ιστοσελίδων ευνοεί τη ραγδαία αναπαραγωγή κατασκευασμένων ειδήσεων και αστικών μύθων που κυκλοφορούν στο Internet στα intertubes εδώ και χρόνια. Πολύ πρόσφατο (χτεσινό) παράδειγμα η αναπαραγωγή και εξάπλωση σε διάφορα τέτοια blogs μιας είδησης περί μιας γεώτρησης στη Ρωσία που άνοιξε μια τρύπα στην κόλαση από την οποία ακούγονταν ανθρώπινες κραυγές (για όνομα...) Το hoax αυτό κυκλοφορεί από το 1997, το θυμάμαι μάλιστα στην αρχή της ενασχόλησής μου με το Internet τα intertubes και φυσικά σε εκείνες τις αθώες και απονήρευτες εποχές το είχα πιστέψει. Η αποδόμηση του μύθου από το Snopes, την εγκυρότερη πηγή αναφοράς αστικών μύθων, βρίσκεται εδώ (BTW, το link στο σχετικό tweet μου βρήκε θέση στο Hi-Influential Daily του @karpidis, τον οποίο και ευχαριστώ).

Τα παραπάνω επιβεβαιώνουν ότι οφείλουμε να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί στο τι διαβάζουμε και τι πιστεύουμε, και ιδιαίτερα οι κατέχοντες πιο εξέχουσες θέσεις όπως οι προαναφερθέντες πολιτικοί. Θα μου πεις, οι πράξεις τους είναι που έχουν φέρει τη χώρα στο χάλι που βρίσκεται, τα λόγια μας πείραξαν; Πειράζουν στο βαθμό που αντιπροσωπεύουν τον τρόπο με τον οποίο διοικούν τους τομείς στους οποίους προΐστανται και την προχειρότητα με την οποία αντιμετωπίζουν τη δημιουργία και έκφραση πολιτικών.

Το αυτό ισχύει και για ζητήματα στα οποία πραγματοποιείται σοβαρή επιστημονική έρευνα. Εκεί όμως η υιοθέτηση μιας άποψης προϋποθέτει ότι έχει διέλθει από το κριτικό σύστημα σκέψης του δέκτη και η συνοδεύουσα επιχειρηματολογία έχει θεωρηθεί επαρκής. Αν όμως κάποιος βιάζεται να απορρίψει οποιαδήποτε (με την κυριολεκτική σημασία της λέξης) συμπεράσματα που προέρχονται από (επαναλαμβάνω) σοβαρή επιστημονική έρευνα επειδή δεν συνάδουν με τις πολιτικές ή άλλες πεποιθήσεις του, αυτό το θεωρώ εξίσου άστοχο με το να αποδέχεται άκριτα ότι ένα ρωσικό γεωτρύπανο ανακάλυψε τη σπηλιά της κόλασης.

Posted in | 2 Comments

Μάριο Βάργκας Γιόσα

Με την απονομή του Νόμπελ Λογοτεχνίας 2010 στον Μάριο Βάργκας Γιόσα αισθάνομαι σαν να αποκαταστάθηκε μια αδικία, ή να έκλεισε ένας κύκλος που έμενε αδίκως ανοιχτός. Λίγο η προσωπική και διόλου αμερόληπτη προτίμηση, σε μεγάλο βαθμό η σημασία του έργου του, λίγο η πολιτική και δημοκρατική του δράση που συνοδεύει τη συγγραφική του δραστηριότητα, νομίζω ότι σε κάθε περίπτωση το άξιζε πέρα για πέρα.


Έχω κατά καιρούς αναρωτηθεί γιατί με έχει κερδίσει τόσο πολύ αυτός ο συγγραφέας, γιατί κάθε βιβλίο του (με εξαίρεση το "Πράσινο Σπίτι", που απλά επιβεβαιώνει τον κανόνα) με συναρπάζει και μου αφήνει τόσο διαφορετική επίγευση στο τέλος. Ίσως έχει να κάνει με το ότι όλοι οι κύριοι χαρακτήρες του κυνηγούν κάτι που δύσκολα πιάνεται κι αυτό τους κάνει αμέσως συμπαθείς προς τον αναγνώστη: ο Paul Gauguin και η (γιαγιά του) Flora Tristan αναζητούν ένα ιδανικό ζωής μακριά από τα τετριμμένα ("Ο Παράδεισος στην Άλλη Γωνία"), ο Ρικάρντο τον έρωτα στο πρόσωπο της Λίλυ ("Το Παλιοκόριτσο"), τα μέλη του Κύκλου την ωριμότητα μέσα σε ένα ασφυκτικό στρατιωτικό περιβάλλον ("Η Πόλη και τα Σκυλιά"), ο Μάυτα μια επαναστατική ουτοπία ("Μια Ιστορία για τον Μάυτα"). Ίσως είναι το ότι συνηθίζει να δίνει στην πλοκή τόσες πολλές στροφές και αλλαγές που δεν μπορείς όχι να βαρεθείς αλλά να προβλέψεις τι θα γίνει στις επόμενες σελίδες. Σίγουρα είναι η εξαιρετικά λεπτομερής χαρτογράφηση των χαρακτήρων και η περιγραφή της αλληλεπίδρασης με το περιβάλλον τους, όπως η σταδιακή μετατροπή του Πανταλέοντα Παντόχα από τίμιο λοχαγό σε μεγάλο προαγωγό γυναικών ("Ο Πανταλέων και οι Επισκέπτριες") και της ειρηνικής θρησκευτικής κολεκτίβας του Συμβουλάτορα σε μάχιμο επαναστατικό τάγμα ("Ο Πόλεμος της Συντέλειας του Κόσμου"). Σε όλα αυτά συμβάλλει η μαεστρία του στη χρήση της χρονικής και χωρικής ασυνέχειας στη διήγηση και η (σχεδόν ψυχαναγκαστική) επιμονή του στις λεπτομέρειες που γίνονται αναπόσπαστα μέρη της πλοκής. Αυτές είναι μερικές από τις σκέψεις μου, ως ερασιτέχνη αναγνώστη, για τα χαρακτηριστικά της γραφής του Γιόσα που τον κάνουν τόσο θελκτικό.

Αλλά δεν είναι μόνο καθαρά λογοτεχνικοί οι λόγοι που με κάνουν να τον αγαπώ τόσο. Ο Γιόσα ήταν ο πρώτος συγγραφέας που μου πρόσφερε κάτι τόσο διαφορετικό από ό,τι (λίγο) είχα διαβάσει μέχρι το 1998, οπότε και απόκτησα το "Πανταλέων και οι Επισκέπτριες" μετά από υπόδειξη της φίλης Ana που μου έμαθε Ισπανικά. Ήταν το benchmark με το οποίο στην αρχή σύγκρινα κάθε άλλο βιβλίο που διάβαζα, παρότι αυτό με οδήγησε στο να απορρίψω αρχικά συγγραφείς που εκτίμησα αργότερα, όπως ο Francisco Coloane και ο Javier Marías. Και τέλος ήταν αυτός που, έχοντας διαβάσει όλα τα μεταφρασμένα στα ελληνικά βιβλία του, με ώθησε να αρχίσω να ψάχνομαι και να επεκτείνω τα μέχρι τότε περιορισμένα αναγνωστικά όριά μου.

Έχουν περάσει αρκετά χρόνια από τότε που διάβασα τον Πανταλέοντα, τον Μάυτα, τον Λιτούμα, τη "Γιορτή του Τράγου" και ομολογώ ότι πολλές λεπτομέρειες μου διαφεύγουν. Ίσως αυτή είναι μια καλή αφορμή να τα ξαναδιαβάσω και, γιατί όχι, να επαναξιολογήσω τον Γιόσα βάζοντάς τον στη θέση του κρινόμενου.

Posted in | 2 Comments

Τα όρια της επικοινωνίας

Με αφορμή αυτό το άρθρο στο Wired (ευχαριστίες στον @asteris) που διερωτάται για τη χρησιμότητα των χιλιάδων μελών σε ένα προσωπικό online κοινωνικό δίκτυο και υποστηρίζει την ουσιαστική επικοινωνία με ένα διαχειρίσιμο αριθμό μελών, ήθελα να καταθέσω δύο σύντομες σκέψεις που προέκυψαν από τη συμμετοχή μου στο Twitter εδώ και ένα περίπου χρόνο.

Πρώτον, η (μικρο)διασημότητα που μπορεί να αποκτηθεί (όταν δεν προϋπάρχει), και που συνήθως μεταφράζεται σε μερικές χιλιάδες followers, μπορεί να αποτελέσει κακό οδηγό συμπεριφοράς. Ελιτίστικες και αγενείς συμπεριφορές μπορούν να προκύψουν από τη νεοαποκτηθείσα δημοσιότητα ως αποτέλεσμα κακού χειρισμού της τελευταίας. Όταν, μάλιστα, η αγένεια και ο ελιτισμός βασίζονται σε υπεροψία που προκύπτει από την επαγγελματική (ή έστω περιστασιακή) ενασχόληση με τον ευρύτερο χώρο των social media, τότε το πρόβλημα είναι βαθύτερο και αφορά την πραγματική προσωπικότητα του ατόμου και όχι την δικτυακή. Παραδείγματα υπάρχουν και μάλιστα πολύ πρόσφατα. Από την άλλη, όμως, η σωστή διαχείριση του δικτύου μπορεί να βοηθήσει στη διατήρηση του προσωπικού χαρακτήρα της επικοινωνίας ακόμα κι αν κάποιος σκαρφαλώσει στα κατώτερα επίπεδα της μικροδημοσιότητας. Ένα φιλτράρισμα των ατόμων με τους οποίους κανείς θα επιλέγει να συναναστρέφεται μπορεί να δώσει στη δικτυακή συναναστροφή μια προσωπική χροιά. Κανείς δεν μπορεί να απαγορεύσει σε κάποιον να τον ακολουθεί, όμως είναι θεμιτό να μπορεί ο ίδιος να επιλέγει αν θα ανταποδώσει το follow. Αρκεί, πάντα, να μην αποτελεί μοναδικό στόχο η ενίσχυση της ματαιοδοξίας (self-importance is the word) μέσω π.χ, της αύξησης του λόγου followers/friends.



Δεύτερον, πέρα από ένα σημείο εξάπλωσης του δικτύου, η διαχείρισή του δυσχεραίνει εκθετικά και η σχέση μεταξύ μεγέθους δικτύου και ουσίας της επικοινωνίας αντιστρέφεται. Το ποσοστό των followers που είναι και πραγματικοί συμμετέχοντες σε συζητήσεις φθίνει, ενώ ο κάτοχος του λογαριασμού μετατρέπεται σε "broadcaster" εξαιτίας της πεπερασμένης δυνατότητάς του να παρακολουθεί και να απαντάει με τον ίδιο ρυθμό όταν το δίκτυό του ήταν 20 και 30 φορές μικρότερο. Επιπλέον, πέρα από αυτό το σημείο λειτουργεί και το πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα της μικροδιασημότητας που προσθέτει followers που ακολουθούν επειδή βρίσκουν ενδιαφέροντα τα γραφόμενα και όχι επειδή περιμένουν ουσιαστική επικοινωνία μέσα στο πλήθος των χιλιάδων followers. Εντάξει, στις περιπτώσεις πραγματικών big time celebrities όπως ο Ashton Kutcher ή η Lady Gaga, το follow ικανοποιεί μια ηδονοβλεπτική ψευδο-ανάγκη και μια αίσθηση "εγγύτητας" προς το διάσημο πρόσωπο - και μερικές φορές μια απάντηση σε κάποιο μήνυμα που θα μνημονεύεις στον αιώνα τον άπαντα. Σε όσους όμως έχουν καταφέρει να συγκεντρώσουν έναν σημαντικό αριθμό followers, το να προστεθούν κι άλλοι πιθανότατα δεν αυξάνει την διάδραση. Ένα ερώτημά μου είναι ποιος είναι αυτός ο αριθμός ή μάλλον πώς προσεγγίζεται στο χώρο των online κοινωνικών επαφών και κάπου εκεί σταματά η άποψη και η όποια γνώση μου για το θέμα.

Όσο για το ψευδό-δίλημμα Facebook ή Twitter, νομίζω ότι δε στέκει καν με δεδομένη την πληθώρα από πλατφόρμες με διαφορετικά χαρακτηριστικά που καλύπτουν διαφορετικές μορφές δικτύωσης. Αν έπρεπε όμως να επιλέξω μεταξύ των δύο θα διάλεγα Twitter με τα χέρια κάτω. Περισσότερα σε επόμενο post.

Posted in | 5 Comments

Αποφάσεις και ψευδαισθήσεις

Είχα κάποτε ένα φίλο που κυκλοφορούσε με ποδήλατο στην Αθήνα πριν 15 χρόνια, προτού η ποδηλασία στην πόλη εξελιχθεί στο σημερινό κίνημα, που σπούδασε telecoms στα τέλη της προηγούμενης δεκαετίας, πριν η αγορά ανοίξει και ο χώρος κατακλυστεί από δεκάδες σχετικές (ή και άσχετες) επιχειρήσεις, και που περίπου την ίδια περίοδο αποφάσισε να κατοικήσει εκτός αστικού ιστού κάνοντας commuting στην πόλη καθημερινά, πριν αυτή η συμπεριφορά μετατραπεί σε αναγνωρισμένη και μετρήσιμη τάση στις επιβατικές μεταφορές. Αυτόν τον φίλο πάντοτε τον ζήλευα (με την καλή έννοια) γιατί μπορούσε να βλέπει μπροστά. Να αξιολογεί τα τωρινά γεγονότα, να τα προβάλλει στο μέλλον και να πραγματοποιεί συμφέρουσες γι'αυτόν κινήσεις πριν τον υπόλοιπο κόσμο. Και το σημαντικότερο: να προβλέπει και να αποφασίζει σωστά.

Εγώ από την άλλη δεν το'χω αυτό το προτέρημα. Θεωρώ ότι έχω μια ασαφή ιδέα του τι μπορεί να γίνει βραχυπρόθεσμα σε ορισμένους τομείς της ζωής (by the way, αυτή η ασάφεια βγαίνει σχεδόν πάντα στα γραπτά μου εδώ μέσα) ή/και της κατεύθυνσης που θα ήθελα να δώσω στη ζωή μου και προσπαθώ να τη μετουσιώσω σε πράξη με έναν τρόπο εξίσου ασαφή. Ορισμένες φορές αισθάνομαι ότι δε μπορώ να αποκωδικοποιήσω τον ορυμαγδό της πληροφορίας που λαμβάνω καθημερινά και καταλήγω να αποσυντονίζομαι και είτε να μένω αδρανής, είτε να αμφιταλαντεύομαι μεταξύ των εναλλακτικών αποφάσεων χάνοντας πολύτιμο χρόνο.

Καταλαβαίνω ότι το σημαντικό σε τέτοιες καταστάσεις είναι να παίρνεις άμεσα μια απόφαση, όσο κι αν φοβάσαι ότι η ελλιπής γνώση μπορεί να σε οδηγήσει στο λάθος δρόμο. Αυτό μου είχε πει και ο φίλος που ανέφερα στην αρχή, όταν πριν πολλά χρόνια είχαμε μια εκ βαθέων συζήτηση (και που δυστυχώς ήταν η τελευταία μας). Αλλά για όσους έχουμε μάθει να νιώθουμε έτοιμοι να πάρουμε μια απόφαση μόνο όταν οι εναλλακτικές, τα κριτήρια και οι πιθανές επιπτώσεις είναι τουλάχιστον διακριτά, είναι πραγματικά δύσκολο. Μάλιστα, γίνεται ακόμα δυσκολότερο όσο περνούν τα χρόνια, γιατί το μέγεθος του ρίσκου που δέχεσαι να αναλάβεις ελαττώνεται. Τι μένει λοιπόν;

Μένει να αποδομήσεις τις ψευδαισθήσεις που κυριεύουν και ορίζουν τη ζωή και την πορεία σου. Μη ρωτάς ποιες - όλοι τις έχουμε. Εγώ που ονειρεύομαι να γίνω ακαδημαϊκός, ο άλλος που σκέφτεται ότι η γκόμενα που γνώρισε μπορεί να γίνει γυναίκα του, ο τάδε που έχει βάλει στο μάτι μια θέση στην εταιρεία που δουλεύει. Μπορείς να καταφέρεις να γίνεις αυτό που κρύβεται πίσω από την ψευδαίσθησης ξεκινώντας να το υποδύεσαι. Εκεί είναι το μεγάλο στοίχημα: να καταφέρεις να τις αποδομήσεις σταδιακά χωρίς να φέρεις τα πάνω-κάτω με απότομο τρόπο, χωρίς να πληγώσεις ανεπανόρθωτα τρίτους (γιατί σίγουρα θα τους πληγώσεις και θα πληγωθείς), κοινώς χωρίς να τα κάνεις πουτάνα επειδή ένα πρωί ξύπνησες και αποφάσισες να τα σαρώσεις όλα. Αν είσαι μάγκας, θα το καταφέρεις, αν όχι, θα κλωθογυρίζεις μέσα στην ψευδαίσθησή σου, ανήμπορος να ανεβείς σε κάποιο από τα τρένα που περνούν.

Posted in | Leave a comment

Ψάχνοντας την καλή

Το 1998-9 ήταν το Χρηματιστήριο. ΕΛΔΕ ξεπηδούσαν σαν τα μανιτάρια σε κάθε διαμέρισμα / πατάρι / σοφίτα, η κυρα-Μαρία που είχε το φούρνο στη γωνία ήξερε να σου πει απ'έξω τα limit-ups της "Καραπαπάρας ΑΕ" το τελευταίο δίμηνο, ο Σαμοΐλης ήταν πιο δημοφιλής από τη Μενεγάκη, η αγορά μετοχών από τους αδαείς γινόταν με τα ίδια κριτήρια όπως η αγορά καρπουζιών στη λαϊκή (- είναι καλή; - πάρε και θα με θυμηθείς!), ενώ καθένας είχε την ψευδαίσθηση ότι μπορούσε να γίνει Μάικλ Ντάγκλας στο "Wall Street". Το όνειρο φτηνό και προσιτό, το αποτέλεσμα γνωστό.

Τη δεκαετία του 2000 ήταν οι επιδοτήσεις. Τα δισεκατομμύρια Ευρώ έρεαν άφθονα από την αφελή Ευρώπη που πίστευε ότι τα χρήματά της θα χρησιμοποιούνταν για την ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας και την αύξηση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών επιχειρήσεων. Αντίθετα, χρησιμοποιήθηκαν για την αγορά Wrangler και Cayenne, που τα οδηγούσε η κάθε κυρία Χατζηκωλάρα με ύφος Cynthia Carroll ή έστω Γιάννας Αγγελοπούλου-Δασκαλάκη, αδήλωτες πισίνες, βίλες, ταξίδια και τζόγο. Μιλάμε για πολύ τζόγο όχι μόνο στα καθωσπρέπει καζίνο της επαρχίας, αλλά κυρίως σε κλειστές ή παράνομες λέσχες: εκεί είναι που χάθηκαν τα δεκάδες εκατομμύρια Ευρώ των Γερμανών και των Βέλγων (έχω ακούσει φοβερές ιστορίες). Το όνειρο και πάλι φτηνό και προσιτό. Κάποιοι τελικά ωφελήθηκαν σε βάρος της χώρας κι αυτό είναι κάτι που το πληρώνουμε σήμερα όλοι.

Σήμερα είναι τα φωτοβολταϊκά συστήματα. Μέχρι πριν δύο-τρία χρόνια οι περισσότεροι στο άκουσμα της λέξης θα φοβόντουσαν μήπως πάθουν ηλίαση και ηλεκτροπληξία μαζί. Τώρα τα φωτοβολταϊκά διαφημίζονται ακόμα και πάνω στα παρμπρίζ των αυτοκινήτων, ενώ σε λίγο θα τα μοιράζουν και οι Πακιστανοί στα φανάρια. Τις προάλλες βρήκα ένα τέτοιο φλαϊεράκι στο αυτοκίνητό μου. Δυστυχώς δεν το κράτησα για να το σκανάρω, αλλά it went something like this: "Φωτοβολταϊκά - εισόδημα ως και €8000 / μήνα - καλέστε τον κ. Μηνά - 694...". Δεν πειράζει, είμαι σίγουρος ότι θα το ξαναβρώ, ίσως μαζί με κάποιο διαφημιστικό για part-time εργασία από το σπίτι που φέρνει €4000 / μήνα με 2 ώρες δουλειά τη μέρα.

Δε γνωρίζω λεπτομερώς το ντεσού της υπόθεσης με τα φωτοβολταϊκά συστήματα (αναφέρομαι κυρίως στα αγροτικά). O φίλος @netcos έχει δημοσιεύσει ένα συμπυκνωμένο post με τα πλεονεκτήματα τέτοιων συστημάτων. Αναγνωρίζω ότι σε αντίθεση με τη φούσκα του Χρηματιστηρίου και το φάγωμα των επιδοτήσεων έχουν τη μεγάλη διαφορά ότι αποτελούν επένδυση και μάλιστα φιλική προς το περιβάλλον, ενώ υπό προϋποθέσεις η εξαγωγή της πλεονάζουσας ενέργειας μπορεί να βελτιώσει το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου. Αμφιβάλλω όμως αν ο χ αγρότης σκέφτεται τόσο στρατηγικά ή τόσο μακροπρόθεσμα και θεωρώ ότι το πρωταρχικό κριτήριο είναι ο συνδυασμός εύκολου χρήματος / ελάχιστης προσπάθειας. Το καρότο είναι το "εισόδημα €8000 / μήνα" χωρίς να κάνεις τίποτα παρά μόνο να αφήνεις τον ήλιο να γεμίζει τις μπαταρίες στο χωράφι σου, όπως ακριβώς περίμενες τα χρήματα της Ε.Ε. να ρέουν στο λογαριασμό σου ενώ έπινες το παγωμένο φραπεδίτο σου και τις μετοχές να ανεβαίνουν αιωνίως ενώ έβλεπες Σαμοΐλη.

Δεν είναι τυχαίο ότι οι αιτήσεις ενδιαφέροντος από αγρότες σπάνε κάθε ρεκόρ σε σημείο που παρομοιάζονται με την περίοδο της ανόδου του Χρηματιστηρίου στα τέλη της προηγούμενης δεκαετίας, κάνοντας μάλιστα λόγο για παρόμοιους κινδύνους. Είναι ακριβώς σε τέτοιες καινούριες αγορές, όπου το ενδιαφέρον είναι μεγάλο και η γνώση μικρή, που τα λαμόγια ευδοκιμούν. Ελπίζω λοιπόν η καινούρια αγορά που ανοίγεται να ρυθμιστεί σωστά, για να αποφευχθούν ατομικές ή εθνικές τραγωδίες παρόμοιες με τις προαναφερθείσες. Σε κάθε περίπτωση, ίσως η πρεμούρα μας να "πιάσουμε την καλή" έχει για πρώτη φορά απτό όφελος για τη χώρα και το περιβάλλον της, έστω κι αν αυτά έρχονται σε τελευταία προτεραιότητα σε σχέση με το ξεκούραστο γέμισμα της τσέπης.

Posted in | 5 Comments

Δίσκοι ζωής #5: Manic Street Preachers - Lifeblood


Με τους δίσκους των Manics που απόκτησα ως καινούριες κυκλοφορίες μου συμβαίνει ένα περίεργο πράγμα: θυμάμαι ακριβώς πού βρισκόμουν την ώρα που τους άκουγα για πρώτη φορά. Tα This Is My Truth Tell Me Yours (1998) και Know Your Enemy (2001) στο δωμάτιό μου, καθώς το πρώτο ήταν δώρο από μια παλιά φίλη και το δεύτερο αγορασμένο από το "Σόλωνος & Μασσαλίας". To Send Away The Tigers (2007) κατηφορίζοντας προς το γραφείο, λίγες μέρες πριν ο αδερφός μου παρουσιαστεί στο στρατό. To Journal For Plague Lovers (2009) κατεβαίνοντας προς Εξάρχεια για μπύρες με τον kitsomitso, το laxanaki και την (πάλαι ποτέ) lifewhispers, λίγες μέρες πριν τη δική μου κατάταξη πέρυσι τον Μάη. Το καινούριο Postcards From A Young Man (2010) μόλις σήμερα το πρωί! Αλλά το Lifeblood (2004), που το άκουσα για πρώτη φορά κάνοντας τζόγκινγκ στο Λυκαβηττό ένα φθινοπωρινό απόγευμα του Οκτώβρη πριν από 6 χρόνια, είναι ο αγαπημένος μου δίσκος των Manics και ένας από τους πιο λατρεμένους γενικώς.

Υπάρχει μια γενικότερη αντίληψη μεταξύ των fans των Manics ότι το Lifeblood είναι ο πιο αδύναμος δίσκος τους. Αυτή την άποψη όχι μόνο δεν τη δέχομαι αλλά αντίθετα θεωρώ ότι είναι ο πιο δυνατός μαζί με το Holy Bible (1994) και το Everything Must Go (1996). Ομως, ενώ το Holy Bible ήταν σοκαριστικό στην αμεσότητα και τη γύμνια του και το Everything Must Go σε παρέσυρε με την αισιοδοξία του και την ανάγκη να κλείσει την πόρτα προς το παρελθόν, το Lifeblood συγκλονίζει εξαιτίας της ελεγειακής μελαγχολίας που το διατρέχει, με περιστασιακές αναλαμπές αισιοδοξίας. Πρόκειται για τον πιο ήρεμο, μουσικά και στιχουργικά, δίσκο των Manics: κατά βάση ακουστικός, με πλήκτρα και έγχορδα να ορίζουν τα μελαγχολικά μουσικά ηχοτρόπια και με τα φωνητικά του James Dean Bradfield πιο χαμηλά σε ένταση από ποτέ, σε ορισμένα τραγούδια σχεδόν σπαρακτικά. Στιχουργικά, το Lifeblood απομακρύνεται από την έντονα πολιτικοποιημένη στάση των προηγούμενων δίσκων. Παρότι ένα τραγούδι ("Emily") αναφέρεται στην Emmeline Pankhurst, ηγέτιδα του κινήματος των σουφραζέτων στη Μ. Βρετανία, και ένα στον Richard Nixon ("The Love of Richard Nixon"), έχουν και τα δύο έναν απολογιστικό, end-of-the-line χαρακτήρα παρά ένα δυναμικό πολιτικό μήνυμα, που ήταν ιδιαίτερα εμφανές στους πρώτους δίσκους τους.

Στο Lifeblood οι Manics ξεκινούν αναπολώντας την περίοδο που έκαναν τα πρώτα βήματά τους ("1985"), σχεδόν 20 χρόνια πριν την κυκλοφορία του δίσκου, και τελειώνουν σταθμίζοντας τη ζωή τους μετά την εξαφάνιση του Richey ("Cardiff Afterlife"). Στο ενδιάμεσο αναλογίζονται για την ολοένα αυξανόμενη δυσκολία τους να αρθρώσουν έναν ριζοσπαστικό πολιτικό λόγο όπως ο Richey ("I Live To Fall Asleep") και να αποτινάξουν προσωπεία ("A Song For Departure") και φαντάσματα του παρελθόντος ("To Repel Ghosts"), και προτρέπουν τον καθένα (και μαζί τους εαυτούς τους) να εδραιώσει τη δική του διάφανη και αληθινή παρουσία ("Glasnost"). Αυτό το απολογιστικό κλίμα θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι κλείνει μία ακόμα περίοδο στην πορεία του συγκροτήματος και ανοίγει μια άλλη, όμως τα γεγονότα δεν υποστηρίζουν κάτι τέτοιο. Ουσιαστική ολοκλήρωση επήλθε με την έκδοση της δικαστικής απόφασης που ανακήρυξε νεκρό τον Edwards 2008 και με τη μελοποίηση των τελευταίων στίχων του στο Journal For Plague Lovers το 2009.

Εμπορικά, το Lifeblood ήταν ο λιγότερος επιτυχημένος δίσκος των Manics καθώς έφτασε μόλις στο #13 του βρετανικού chart. Ίσως χρειάζεται το χρόνο του για να γίνει ευρύτερα αποδεκτός, όπως έχει συμβεί με πάμπολλά μουσικά αριστουργήματα.

Υ.Γ. Έχω την εντύπωση ότι οι Manics τακτοποιούν μία-μία τις υποχρεώσεις τους ώστε να μας πουν το οριστικό αντίο. Η έκδοση των στίχων του Edwards στον προηγούμενο δίσκο και ο χαρακτηρισμός του πρόσφατου δίσκου ως "one last shot at mass communication" μου δίνει την αίσθηση ότι το τέλος πλησιάζει. Μακάρι να διαψευστώ.

Posted in | 3 Comments

Η επιλογή Καμίνη

Η επιλογή του Γ. Καμίνη, Επίκουρου Καθηγητή του Τμήματος Νομικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Αθηνών και πρώην Συνηγόρου του Πολίτη, ως του υποστηριζόμενου από το ΠΑΣΟΚ υποψηφίου Δημάρχου Αθηναίων είναι μια σημαντική πολιτική κίνηση για αρκετούς λόγους.

Πρώτον, γιατί επιτέλους ξεφεύγει από την λογική της κομματικής αναμέτρησης στον πρώτο τη τάξει δήμο της χώρας, λογική που και το ίδιο το ΠΑΣΟΚ έχει ακολουθήσει στο παρελθόν με τις υποψηφιότητες των ισχυρών κομματικών στελεχών Δαμανάκη (1998), Παπουτσή (2002) και Σκανδαλίδη (2006).

Δεύτερον, γιατί φέρνει τη Νέα Δημοκρατία, της οποίας οι υποστηριζόμενοι δήμαρχοι ηγούνται του Δήμου Αθηναίων από το 1987 (Έβερτ), μπροστά στις ευθύνες της περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη φορά: ο Αβραμόπουλος ήταν ο δήμαρχος της φανφάρας και του φαίνεσθαι, η Μπακογιάννη δήμαρχος της ευφορίας των Ολυμπιακών Αγώνων και του εφαλτηρίου για ανώτερες πολιτικές θέσεις. Όμως η δημαρχία Κακλαμάνη είναι από τις πλέον αποτυχημένες στη νεότερη ιστορία της πόλης, για λόγους φανερούς και πολυδιαφημισμένους αλλά και για υποβόσκουσες συμπεριφορές και διοικητικές πρακτικές που κινδυνεύουν να τινάξουν στον αέρα την οικονομική υπόσταση του Δήμου και την αυτονόητη πολυσυλλεκτικότητα και πολυπολιτισμικότητα μιας παγκόσμιας μητρόπολης όπως η Αθήνα. Όσοι ζούμε και κινούμαστε εντός του Δήμου τα βλέπουμε κάθε μέρα. Η πιθανή συνέχιση αυτού του τρόπου και αυτού του χαρακτήρα διοίκησης του Δήμου είναι επικίνδυνη και τα αποτελέσματα θα χρεωθούν αποκλειστικά και μόνο στη Δημοτική Αρχή και την παράταξη που την υποστηρίζει.

Τρίτον, και κατά τη γνώμη μου σημαντικότερο, η επιλογή του Καμίνη δείχνει διάθεση να προωθηθεί ένας άνθρωπος που θα συμβάλλει προς την κατεύθυνση της ανανέωσης της συνεργασίας με εκείνες τις δυνάμεις της Αριστεράς που δέχονται το διάλογο και δεν περιχαρακώνονται πίσω από κομματικές ταυτότητες. Τέτοιες συνεργασίες μπορούν να αναδεικνύουν εναλλακτικές και αξιόλογες προτάσεις και λύσεις μακριά από στενά κομματικά όρια, όπως η επιλογή του επιτυχημένου επιστήμονα και ακαδημαϊκού ως υποψήφιου Δημάρχου.

Φαντάζομαι ότι τη δεύτερη Κυριακή ο Κακλαμάνης θα επανεκλεγεί, στη βάση του προβαδίσματός του σε δημοφιλία και αναγνωρισιμότητά σε σχέση με τον αντίπαλό του. Όμως θα έχει να αντιμετωπίσει προβλήματα που δεν θα μπορεί πλέον να κρύβει κάτω από το χαλί ή να αρνείται με το γνωστό υπεροπτικό ύφος του. Η Αθήνα χρειάζεται ηγεσία με διαφορετικές προτεραιότητες και διοικητικές πρακτικές, κι αυτό δεν αλλάζει ούτε αποκρύπτεται πίσω από το προσωπείο της δημοφιλίας. Υπό αυτή την έννοια, η πιθανή δεύτερη θητεία του νυν δημάρχου θα είναι πολύ πιο δύσκολη από την πρώτη.

Posted in | 4 Comments

Βιβλιοαγορές #2

To Alibris ξαναέκανε το θαύμα του και μου έστειλε τα βιβλία που παρήγγειλα σε μόλις 4 μέρες. Αυτή η παραγγελία ήταν κάπως διαφορετική από τις προηγούμενες, μιας και είναι πιο πολυσυλλεκτική στα θέματα των βιβλίων - μαγειρική, πολιτική, αυτοβιογραφία και, φυσικά, λογοτεχνία. Σημείωση: όλα αυτά τα βιβλία κόστισαν μόλις €65! Είναι ο παράδεισος πάνω στη γη. Σαν να αφήνεις ένα παιδί στο Mall και να του δίνεις την πιστωτική σου κάρτα :-)

Από πολιτική (με τη γενικότερη έννοια του όρου) πήρα το "No Logo" της Naomi Klein, περί καπιταλισμού, παγκοσμιοποίησης και λοιπών δεινών. Σημειωτέον ότι η Klein έχει συγγράψει και το "Shock Doctrine" - και τα δύο βιβλία έχουν ένθερμους υποστηρικτές και πολέμιους, κυρίως από τον ακαδημαϊκό χώρο. Χτύπησα επίσης το "The Audacity of Hope" του Barack Obama, για μια βαθύτερη ματιά στη σημαντικότερη πολιτική προσωπικότητα των τελευταίων δεκαετιών, καθώς και το "This Is Paradise" του Hyok Kang για το γνωστό θέμα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Βόρεια Κορέα που τόσο με συγκλονίζει. Παρεκκλίνοντας λίγο, να πω ότι κατέβασα μερικά ακόμα βιβλία στο ίδιο αντικείμενο, από τα οποία το "White Paper on Human Rights in North Korea 2009" του Korea Institute for National Unification είναι το πλέον σημαντικό και κατατοπιστικό. Το μόνο που μου λείπει για να άνετη ανάγνωση είναι ένα Kindle. Χμμμ...

Και επειδή με ενδιαφέρει η μαγειρική τόσο ως δημιουργία όσο και ως βιομηχανία, τι πιο φυσικό να τσιμπήσω βιβλία που έχουν γραφτεί από δύο από τους γνωστότερους σεφ παγκοσμίως: το "Kitchen Confidential" του Anthony Bourdain και τα δύο μέρη της αυτοβιογραφίας του Gordon Ramsay, "Humble Pie" και "Playing With Fire". Η δομή και η λειτουργία του restaurant industry ή πώς οι δύο σεφ ξεκίνησαν από λαντζέρηδες και εξελίχτηκαν σε αυτό που είναι. Σε ό,τι αφορά τη μαγειρική δημιουργία, τσίμπησα το "3-star Chef" με τις πιο διάσημες συνταγές αλλά και βασικά cooking tips του Ramsay - μόλις με €8 από το Oxfam Book Barn σε υπεράριστη κατάσταση. Κάνοντας από περιέργεια μια αναζήτηση για τιμή στην Ελλάδα είδα με τρόμο ότι σε μεγάλο βιβλιοπωλείο της Αθήνας στοιχίζει €220. Είπατε τίποτα;

Από αυτοβιογραφίες, εκτός από τις δύο του Ramsay πήρα και το "Moab Is My Washpot" του μεγαλοφυούς Stephen Fry. Ένας εξαιρετικός ηθοποιός, συγγραφέας, blogger, twitterer, ακτιβιστής, σκηνοθέτης, τηλεπαρουσιαστής, κουμπάρος του Hugh Laurie και μάνατζερ της Norwich FC (!) - αναμφίβολα η αυτοβιογραφία του θα είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Τέλος από λογοτεχνία με περιμένει το "The Hippopotamus" του Stephen Fry, ελπίζοντας ότι θα είναι τόσο ευφυές και χιουμοριστικό όσο το "The Liar", το "The Corrections" του Jonathan Franzen, με πολλές περγαμηνές και βραβεία, το "Beloved" της Toni Morrison, το γνωστό και μη εξαιρετέο "The Kite Runner" του Khaled Hosseini και το "Neverwhere" του Neil Gaiman (πολλά thanks στην @sofiagk για το tip).

Προβλέπεται ενδιαφέρων λογοτεχνικός χειμώνας!

Posted in | 2 Comments

Επιβολή και επιλογή

Πιστεύω ότι κάθε μέτρο σχετικά με την απαγόρευση του καπνίσματος σε δημόσιους χώρους οφείλει να βασίζεται στην ακόλουθη αρχή και μόνο: η υγεία των μη καπνιστών οφείλει να προστατεύεται από τη βλαβερή συνήθεια των καπνιστών. Αυτή και μόνο η αρχή θα αρκούσε για να δικαιολογήσει κάθε σχετικό μέτρο. Κάπνισμα στο γραφείο / στην εφορία / στο εστιατόριο; Απαγορεύεται γιατί οι μη καπνιστές δεν είναι υποχρεωμένοι να ανέχονται ούτε μία τζούρα από τον καπνό του τσιγάρου του καπνιστή, είτε τη στιγμή που την εκπνέει, είτε επειδή ο χώρος έχει "ποτίσει" από τον καπνό εκατοντάδων τσιγάρων.

Αυτή την αρχή μπορείς να την επιβάλλεις αν έχεις τους κατάλληλους μηχανισμούς. Ακούω για αυτόφωρα, λιμενικά, επόπτες υγείας, δημοτικές αστυνομίες και σκέφτομαι ότι μόνο να καταδίδουμε ο ένας τον άλλο δε μας έχουν ζητήσει ακόμα. Το νόημα όμως χάνεται όταν η συζήτηση περιστρέφεται μόνο γύρω από τους μηχανισμούς επιβολής. Το ζήτημα είναι να κατανοήσει ο ίδιος ο καπνιστής ότι η δική του επιλογή είναι ενοχλητική και επιβλαβής για όσους δεν την ακολουθούν και συνεπώς να πάψει να την εξασκεί σε εκείνους τους δημόσιους χώρους και εκείνες τις περιστάσεις που συγκεντρώνουν καπνιστές και μη καπνιστές. Κοινώς, να μην καπνίζει αδιαφορώντας παντελώς για το αν μπροστά του ή δίπλα του στέκεται ηλικιωμένος, έγκυος, παιδί ή ο οποιοσδήποτε ενήλικος. Το θέαμα γνωστό και συνηθισμένο στην Ελλάδα.


Όπως διάβασα εδώ, και νομίζω ότι συμπυκνώνει πολύ εύστοχα το μειονέκτημα κάθε απόφασης που επιβάλλει αλλαγές σε παγιωμένες συνήθειες, "[δεν] μπορείς να περιμένεις ότι θα αλλάξεις σε μία νύχτα, ή ακόμα και σε μία ολόκληρη ζωή, τον τρόπο που σκέφτεται ένα ολόκληρο έθνος" - πόσο μάλλον να επιβάλλεις τον καινούριο τρόπο σκέψης, θα πρόσθετα. Όμως η αλήθεια είναι ότι ως λαός δεν ενδιαφερόμαστε ιδιαίτερα για τα δικαίωματα των άλλων παρά μόνο όταν είναι και δικά μας. Πόσες φορές δεν έχεις μπει σε ταξί, σε δημόσια υπηρεσία, ακόμα και σε ιδιωτική επιχείρηση (τράπεζες ftw) και ο επαγγελματίας/υπάλληλος σε εξυπηρέτησε με τσιγάρο στο χέρι; Είναι ή δεν είναι αυτή αδιαφορία για την δική σου προσωπική επιλογή; Δε θα έπρεπε τουλάχιστον να σε ρωτήσει αν καπνίζεις πριν ανάψει; Προσωπικά μου έχει συμβεί άπειρες φορές και με ενοχλεί, παρότι είμαι περιστασιακός καπνιστής.

Επειδή λοιπόν στο συγκεκριμένο ζήτημα είμαστε ιδιαίτερα αγενείς, κοινώς δηλαδή τους γράφουμε όλους εκεί που δεν πιάνει μελάνι και προσπαθούμε να καπνίσουμε ακόμα και μέσα στο ασανσέρ (μου συνέβη μόλις την προηγούμενη εβδομάδα), η απαγόρευση είναι για εμένα δικαιολογημένη. Σε ό,τι αφορά στην εφαρμογή του νόμου, το ζητούμενο είναι να μην υπάρξουν ακραίες αντιδράσεις εκατέρωθεν, δηλαδή υπερβάλλων ζήλος από την πλευρά των αρχών που μπορεί να επιφέρει ακρότητες από την πλευρά των παρανομούντων. Η εφαρμογή του νόμου δεν θα είναι επιτυχημένη αν εκληφθεί ως μέτρο τιμωρίας των καπνιστών ή ενίσχυσης των πενιχρών δημόσιων οικονομικών, αλλά θα πρέπει να αναδειχτεί ως ο χαρακτήρας της ως μέτρου προστασίας των μη καπνιστών. Εξάλλου ο καπνιστής πρέπει να είναι ο μόνος που θα υφίσταται στο ακέραιο τις συνέπειες της επιλογής του, κι αυτό είναι το μεγαλύτερο δείγμα ελευθερίας επιλογής.

Image: © Savannah Red blog

Posted in | 6 Comments

Και Tumblr διαθέτουμε!

Πλέον το κατάστημα διαθέτει και mini photo-blog, για εκείνες τις μικρές φωτοιστορίες που ζητούσαν εδώ και καιρό το δικό τους χώρο...

Posted in | 1 Comment

Η βάση του 10 και οι βάσεις ποιοτικής αξιολόγησης των μαθητών

Είναι νομίζω προφανές ότι η "βάση του 10" δεν αποτελεί το μεγαλύτερο πρόβλημα του συστήματος εισαγωγικών εξετάσεων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Είναι επίσης πιθανό ότι ένα τέτοιο μέτρο ούτε εφαρμοζόμενο αποσπασματικά, ούτε ως μέρος δέσμης μέτρων θα μπορούσε να οδηγήσει σε "αναβάθμιση της Παιδείας", όπως δήλωσε σήμερα η Υπουργός Παιδείας. Και λέω "πιθανό" και όχι "προφανές" γιατί η επιβεβαίωση της ύπαρξης (ή μη) συσχέτισης μεταξύ του βαθμού εισαγωγής του μαθητή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και της ακαδημαϊκής απόδοσής του ως φοιτητή απαιτεί στατιστική μελέτη με συγκεκριμένα στοιχεία και μεθοδολογική προσέγγιση. Το διαφωτιστικό άρθρο του Υφυπουργού Παιδείας τον περασμένο Απρίλιο αναφέρει ότι "δεν υπάρχει η παραμικρή μετρήσιμη ένδειξη ότι η βάση του δέκα συνεισέφερε στην βελτίωση του επιπέδου των φοιτητών και σπουδαστών", ενισχύοντας την πεποίθηση περί της μη αποτελεσματικότητας του μέτρου. Επειδή όμως η ένδειξη δεν είναι απόδειξη και επειδή δεν έχει υποπέσει στην αντίληψή μου κάποια σχετική μελέτη, διατηρώ την απαραίτητη μικρή επιφύλαξη.

Το μέτρο της "βάσης του 10" αποτέλεσε μια προσπάθεια (δεν γνωρίζω αν ήταν η πρώτη, σίγουρα δεν ήταν η καλύτερη) εισαγωγής ποιοτικών χαρακτηριστικών στην διαδικασία επιλογής των φοιτητών. Πιστεύω ότι αυτή η διαδικασία ποιοτικής αξιολόγησης πρέπει να εκπονείται από τα εκπαιδευτικά ιδρύματα με αυτόνομο τρόπο. Τα ΑΕΙ-ΤΕΙ μπορούν αρχικά να καθορίσουν με αντικειμενικό τρόπο τον αριθμό των εισακτέων βάσει της υπάρχουσας υλικοτεχνικής υποδομής, του διαθέσιμου επιστημονικού και διοικητικού προσωπικού κλπ. Επίσης πρέπει εκείνα να θέτουν τα ελάχιστα ποσοτικά όρια που πρέπει να πληρούν οι υποψήφιοι φοιτητές προκειμένου να εισαχθούν, βάσει του επιπέδου δυσκολίας του επιστημονικού αντικειμένου κάθε Τμήματος, της φήμης της σχολής αλλά και της ζήτησης από την αγορά εργασίας, και όχι κεντρικά το Υπουργείο Παιδείας. Αυτή είναι η πρώτη και σημαντικότερη διαπίστωσή μου σχετικά με την ποιοτική αξιολόγηση των εισακτέων.



Εσκεμμένα ανέφερα μόνο τα ποσοτικά όρια, που αφορούν τις βαθμολογίες στα μαθήματα των Πανελλαδικών εξετάσεων. Η ποιοτική αξιολόγηση των φοιτητών (μέσω συνεντεύξεων, αναφοράς και αξιολόγησης ποιοτικών χαρακτηριστικών που άπτονται με το αντικείμενο κάθε σχολής) είναι εξίσου σημαντική αλλά και περισσότερο επιρρεπής σε έξωθεν παρεμβάσεις στην Ελλάδα. Αν σκεφτεί κανείς το μέγεθος των εξωτερικών παρεμβάσεων για ζητήματα πολύ πιο μικρής σημασίας, με χαρακτηριστικό την στρατιωτική θητεία και τις παρεμβάσεις για τη διευκόλυνση των οπλιτών μέσω αδειών, μεταθέσεων κλπ., δεν είναι δύσκολο να φανταστεί τι θα συμβεί στην περίπτωση που ανέφερα. Ακόμα πιο δραματική θα είναι η κατάσταση αν τα ίδια τα πανεπιστήμια επέλεγαν τους εισακτέους φοιτητές. Αυτή η εγγενής παθογένεια του ελληνικού συστήματος είναι η δεύτερη διαπίστωση σχετικά με τα χαρακτηριστικά και τους περιορισμούς της ποιοτικής αξιολόγησης των εισακτέων.

Το μείζον ζήτημα είναι να γίνει η διαδικασία αξιολόγησης όσο το δυνατόν περισσότερο αντικειμενική και λιγότερο διαβλητή, μιας και δυστυχώς στην Ελλάδα η προσπάθεια στρέβλωσης του συστήματος θεωρείται δεδομένη. Και επειδή η εισαγωγή των μαθητών στα ΑΕΙ και ΤΕΙ λαμβάνει υπόψη και τον βαθμό απολυτηρίου, οι παρεμβάσεις που απαιτούνται εκεί είναι κατά πολύ βαθύτερες. Δυστυχώς στο σχολείο η αξιολόγηση της απόδοσης των φοιτητών κατά τη διάρκεια του σχολικού έτους, παρότι εκφράζεται με ποσοτικό τρόπο (βαθμοί τριμήνου), εντούτοις βασίζεται στην υποκειμενική κρίση των διδασκόντων και συνεπώς είναι ευάλωτη σε έξωθεν πιέσεις. Νομίζω ότι οι αλλαγές πρέπει να κινούνται προς την κατεύθυνση της όσο το δυνατόν μεγαλύτερης προτυποποίησης, με κοινά, αντικειμενικά μετρήσιμα, διαφανή κριτήρια αξιολόγησης για όλους τους μαθητές και προσβάσιμα αποτελέσματα αξιολόγησης σε όλους τους ενδιαφερόμενους. Αυτή θα είναι μια πραγματικά συστημική αλλαγή, που θα κάνει την εποχή που έδινα Πανελλήνιες (μέσα της δεκαετίας του '90), κατά την οποία δεν επιτρεπόταν στον μαθητή ούτε καν η πρόσβαση στο γραπτό του (!), να μοιάζει αιώνες πίσω.

Υ.Γ. Στο μπλογκ του Καθηγητή του ΕΜΠ, κ. Χαρίλαου Ψαραύτη, υπάρχει μια ενδιαφέρουσα ανάρτηση σχετικά με το χρόνο που μεσολαβεί για την ανακοίνωση των βάσεων από την ημερομηνία λήψης των μηχανογραφικών δελτίων.

Posted in | 2 Comments

Τι διάβασα το καλοκαίρι

Το τέλος του καλοκαιριού είναι νομίζω μια καλή ευκαιρία για να στοκάρω σε βιβλία για το φθινόπωρο που καταφτάνει, μιας και σχεδόν όλα τα βιβλία που περιλάμβανε η τελευταία παραγγελία έχουν διαβαστεί. Από την άλλη βέβαια σκέφτομαι ότι με περιμένουν οι τρεις τόμοι του Άρχοντα των Δαχτυλιδιών (κατά παραγγελία δώρο για τη γιορτή μου), με τους οποίους αν καταπιαστώ θα περάσω άνετα ένα δίμηνο. Είναι και ορισμένα βιβλία που έχω αφήσει στη μέση, άρα θεωρητικά υπάρχει υλικό ακόμα. Αλλά θα την κάνω την παραγγελία: είναι το αίσθημα ασφάλειας που μου δημιουργεί ένα buffer από βιβλία, όπως για τον καπνιστή όταν ξέρει ότι έχει 2-3 πακέτα τσιγάρα, αλλά και η αίσθηση της προσμονής μέχρι να παραλάβω το δέμα (πάντα από το Alibris). Συν ότι οι τιμές είναι συχνά τόσο χαμηλές που πραγματικά δε μπορώ να αντισταθώ.

Πάντως αυτό το καλοκαίρι διάβασα αρκετά επειδή είχα αρκετή δουλειά. Αυτά τα δύο πάνε μαζί τελικά. Όταν έχω τόνους πράγματα να κάνω πάντοτε διαβάζω περισσότερο από ότι όταν είμαι χαλαρός (λέμε τώρα). Εννοείται πάντα στο κρεβάτι, πριν με πάρει ο ύπνος. Είμαι δηλαδή αυτό που πολύ εύηχα εις την αγγλικήν αποκαλείται librocubicularist.

Τέλος πάντων, ελλείψει άλλων συνταρακτικών θεμάτων σκέφτηκα να κάνω ένα mini review των βιβλίων που διάβασα σε περίπτωση που κανείς (κυριολεκτικά) είχε την αγωνία να μάθει τη γνώμη μου ή θέλει να αποφασίσει αν αξίζει να διαβάσει κάποιο/α από αυτά. Κι ενώ είχα ξεκινήσει να γράφω το post, ήρθε η επιθυμία της @nikisot (follow recommended) και η παρότρυνση του Κιτσομήτσου για reading tips και έδωσε ένα επιπλέον νόημα στο πόνημά μου, τόσο που σκέφτομαι να το καθιερώσω όταν τελειώνω το διάβασμα μιας παρτίδας βιβλιων. Πάμε λοιπόν:

1. Boy A - Jonathan Trigell. Ο Τζακ μόλις αποφυλακίστηκε στα 24 του για συμμετοχή σε φόνο όταν ήταν παιδί και προσπαθεί να ξεκινήσει μια καινούρια ζωή με καινούρια ταυτότητα, ερχόμενος αντιμέτωπος με τους προσωπικούς του δαίμονες και με το ανελέητο κυνηγητό των ΜΜΕ. Αγχωτικό και κλειστοφοβικό, καταφέρνει να πλέξει την απαραίτητη συμπάθεια προς το πρόσωπο του Τζακ αλλά και να δημιουργήσει ένα δυσοίωνο προαίσθημα για την κατάληξη της ιστορίας του. Η γλώσσα είναι άμεση και λιτή, όπως ακριβώς χρειάζεται για να περιγράψεις μια ζωή γεμάτη αμφισβήτηση και αγωνία. Αυτό που τελικά δεν προκύπτει ξεκάθαρα είναι αν ο Τζακ όντως συμμετείχε στο φόνο, γεγονός που κάνει την ιστορία ακόμα πιο δραματική.

2. Columbine - Dave Cullen. Αν υπάρχει ένα βιβλίο που συνιστώ είναι τούτο. Ξεχωριστό review εδώ.

3. Long Road Home: Testimony of a North Korean Camp Survivor - Yong Kim, Suk-Young Kim. Η ιστορία ενός πρώην αξιωματικού του βορειοκορεατικού στρατού που επέζησε έξι χρόνια βασανιστηρίων στα βορειοκορεάτικα γκούλαγκ και κατάφερε να δραπετεύσει. Εντάξει, πολύ εξειδικευμένο θέμα, με ασύλληπτα σκληρές περιγραφές. Λογικό, αφού αποτελεί τη μεταφορά του κειμένου των συνεντεύξεων του αξιωματικού στον Καθηγητή Suk-Young Kim του University of California, Santa Barbara, άρα οποιεσδήποτε προσπάθειες λογοτεχνικής ωραιοποίησης εκλίπουν. Αν κανείς θέλει να διαβάσει για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Βόρεια Κορέα τότε συνιστώ ανεπιφύλακτα το "The Aquariums of Pyongyang" του Chol-hwan Kang - εξίσου σκληρό στο θέμα του αλλά πιο "ευχάριστο" στην ανάγνωση.

4. Nothing to Envy: Ordinary Lives in North Korea - Barbara Demick. Οι ζωές έξι απλών ανθρώπων στη Βόρεια Κορέα μέσα σε μια 15ετή περίοδο, από τον θάνατο του Κιμ Ιλ Σουνγκ μέχρι την απόδρασή τους στη Νότια Κορέα. Παρότι και αυτό το βιβλίο αποτελεί καταγραφή μαρτυριών (η @BarbaraDemick είναι επικεφαλής του γραφείου των Los Angeles Times στο Πεκίνο), είναι πιο ευανάγνωστο από το προηγούμενο. Οι χαρακτήρες παίρνουν έναν μυθιστορηματικό χαρακτήρα, ενώ τα ιστορικά, εθνολογικά και κοινωνιολογικά στοιχεία που διανθίζουν την εξιστόρηση κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον και δίνουν μια εικόνα της καθοδικής πορείας της βορειοκορεατικής κοινωνίας από την ευημερία επί Κιμ Ιλ Σουνγκ μέχρι την κατάρρευση των κρατικών μηχανισμών που οδήγησαν τους ήρωες στην απόδραση.

5. City of God - Paulo Lins. Εκατοντάδες χαρακτήρες στην πιο διάσημη φαβέλα του Ρίο σκοτώνονται, ληστεύουν, σνιφάρουν κόκα και καπνίζουν φούντα ασύστολα, δημιουργούν συμμορίες και συμμετέχουν σε ένα ατελείωτο παιχνίδι εξουσίας για τον έλεγχο της διακίνησης ναρκωτικών, έχοντας παράλληλα να αντιμετωπίσουν τη διεφθαρμένη αστυνομία. Στο τέλος του βιβλίου έχουν σκοτωθεί εκατοντάδες άνθρωποι, έχουν διαπραχθεί δεκάδες ληστείες, έχουν καπνιστεί τόνοι φούντας, έχουν σνιφαριστεί τόνοι κόκας. Και ο κύκλος συνεχίζεται, γιατί πάντα θα υπάρχουν καινούριοι επίδοξοι αρχηγοί και διεφθαρμένοι μπάτσοι. Απρόσμενο, βίαιο και συνταρακτικό - η ταινία χάνει μπροστά του.

6. Boyhood - J.M. Coetzee. Σχεδόν-αυτοβιογραφικό σχεδόν-μυθιστόρημα του Coetzee με θέμα τα παιδικά του χρόνια στο Cape Town. Είναι συγκλονιστικό πώς μπορεί να ξεγυμνώνει την παιδική του ψυχή με τέτοια ειλικρίνεια: μια αυστηρή παιδική ηλικία στην οποία ο ήρωας ταλανίζεται από τη διαφορά μεταξύ εξωτερικής εικόνας και εσωτερικής πραγματικότητας, από το φόβο της αποκάλυψης της πραγματικότητας, από την αγάπη από και προς τη μητέρα που καταντάει αποπνικτική και πολλά άλλα. Αισθήματα που όλοι λίγο ή πολύ έχουμε βιώσει δηλαδή.

7. Goodnight Steve McQueen - Louise Wener. Όταν η γκόμενα του Στηβ φεύγει εκτός Λονδίνου για εξαμηνιαίο συμβόλαιο εργασίας του δίνει τελεσίγραφο είτε να γίνει διάσημος με το συγκρότημά του είτε να το παρατήσει μετά από καμιά 10αριά χρόνια ατελείωτων προβών και touring. Το πιο light από τα επτά βιβλία είναι μια ξεκαρδιστική διήγηση για το πώς να πετύχεις στη μουσική βιομηχανία, από μια συγγραφέα που τη γνωρίζει πολύ καλά. Κάθε πρόταση είναι και ατάκα, κάθε σελίδα και μουσική αναφορά. Συνιστάται για τους λάτρεις της βρετανικής μουσικής και του βρετανικού χιούμορ. Διαβάζεται σαν νεράκι και, όπως κάθε εύκολο βιβλίο, ξεχνιέται γρήγορα. Ό,τι πρέπει για καλοκαίρι.

Μου μένουν ακόμα το "Franny and Zooey" του J.D. Salinger (που διαβάζω τώρα) και το "Norwegian Wood" του Haruki Murakami. Νομίζω ότι αυτά τα δύο βιβλία δικαιούνται ένα ξεχωριστό review post :-)

Posted in | 4 Comments
Από το Blogger.