Η βάση του 10 και οι βάσεις ποιοτικής αξιολόγησης των μαθητών

Είναι νομίζω προφανές ότι η "βάση του 10" δεν αποτελεί το μεγαλύτερο πρόβλημα του συστήματος εισαγωγικών εξετάσεων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Είναι επίσης πιθανό ότι ένα τέτοιο μέτρο ούτε εφαρμοζόμενο αποσπασματικά, ούτε ως μέρος δέσμης μέτρων θα μπορούσε να οδηγήσει σε "αναβάθμιση της Παιδείας", όπως δήλωσε σήμερα η Υπουργός Παιδείας. Και λέω "πιθανό" και όχι "προφανές" γιατί η επιβεβαίωση της ύπαρξης (ή μη) συσχέτισης μεταξύ του βαθμού εισαγωγής του μαθητή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και της ακαδημαϊκής απόδοσής του ως φοιτητή απαιτεί στατιστική μελέτη με συγκεκριμένα στοιχεία και μεθοδολογική προσέγγιση. Το διαφωτιστικό άρθρο του Υφυπουργού Παιδείας τον περασμένο Απρίλιο αναφέρει ότι "δεν υπάρχει η παραμικρή μετρήσιμη ένδειξη ότι η βάση του δέκα συνεισέφερε στην βελτίωση του επιπέδου των φοιτητών και σπουδαστών", ενισχύοντας την πεποίθηση περί της μη αποτελεσματικότητας του μέτρου. Επειδή όμως η ένδειξη δεν είναι απόδειξη και επειδή δεν έχει υποπέσει στην αντίληψή μου κάποια σχετική μελέτη, διατηρώ την απαραίτητη μικρή επιφύλαξη.

Το μέτρο της "βάσης του 10" αποτέλεσε μια προσπάθεια (δεν γνωρίζω αν ήταν η πρώτη, σίγουρα δεν ήταν η καλύτερη) εισαγωγής ποιοτικών χαρακτηριστικών στην διαδικασία επιλογής των φοιτητών. Πιστεύω ότι αυτή η διαδικασία ποιοτικής αξιολόγησης πρέπει να εκπονείται από τα εκπαιδευτικά ιδρύματα με αυτόνομο τρόπο. Τα ΑΕΙ-ΤΕΙ μπορούν αρχικά να καθορίσουν με αντικειμενικό τρόπο τον αριθμό των εισακτέων βάσει της υπάρχουσας υλικοτεχνικής υποδομής, του διαθέσιμου επιστημονικού και διοικητικού προσωπικού κλπ. Επίσης πρέπει εκείνα να θέτουν τα ελάχιστα ποσοτικά όρια που πρέπει να πληρούν οι υποψήφιοι φοιτητές προκειμένου να εισαχθούν, βάσει του επιπέδου δυσκολίας του επιστημονικού αντικειμένου κάθε Τμήματος, της φήμης της σχολής αλλά και της ζήτησης από την αγορά εργασίας, και όχι κεντρικά το Υπουργείο Παιδείας. Αυτή είναι η πρώτη και σημαντικότερη διαπίστωσή μου σχετικά με την ποιοτική αξιολόγηση των εισακτέων.



Εσκεμμένα ανέφερα μόνο τα ποσοτικά όρια, που αφορούν τις βαθμολογίες στα μαθήματα των Πανελλαδικών εξετάσεων. Η ποιοτική αξιολόγηση των φοιτητών (μέσω συνεντεύξεων, αναφοράς και αξιολόγησης ποιοτικών χαρακτηριστικών που άπτονται με το αντικείμενο κάθε σχολής) είναι εξίσου σημαντική αλλά και περισσότερο επιρρεπής σε έξωθεν παρεμβάσεις στην Ελλάδα. Αν σκεφτεί κανείς το μέγεθος των εξωτερικών παρεμβάσεων για ζητήματα πολύ πιο μικρής σημασίας, με χαρακτηριστικό την στρατιωτική θητεία και τις παρεμβάσεις για τη διευκόλυνση των οπλιτών μέσω αδειών, μεταθέσεων κλπ., δεν είναι δύσκολο να φανταστεί τι θα συμβεί στην περίπτωση που ανέφερα. Ακόμα πιο δραματική θα είναι η κατάσταση αν τα ίδια τα πανεπιστήμια επέλεγαν τους εισακτέους φοιτητές. Αυτή η εγγενής παθογένεια του ελληνικού συστήματος είναι η δεύτερη διαπίστωση σχετικά με τα χαρακτηριστικά και τους περιορισμούς της ποιοτικής αξιολόγησης των εισακτέων.

Το μείζον ζήτημα είναι να γίνει η διαδικασία αξιολόγησης όσο το δυνατόν περισσότερο αντικειμενική και λιγότερο διαβλητή, μιας και δυστυχώς στην Ελλάδα η προσπάθεια στρέβλωσης του συστήματος θεωρείται δεδομένη. Και επειδή η εισαγωγή των μαθητών στα ΑΕΙ και ΤΕΙ λαμβάνει υπόψη και τον βαθμό απολυτηρίου, οι παρεμβάσεις που απαιτούνται εκεί είναι κατά πολύ βαθύτερες. Δυστυχώς στο σχολείο η αξιολόγηση της απόδοσης των φοιτητών κατά τη διάρκεια του σχολικού έτους, παρότι εκφράζεται με ποσοτικό τρόπο (βαθμοί τριμήνου), εντούτοις βασίζεται στην υποκειμενική κρίση των διδασκόντων και συνεπώς είναι ευάλωτη σε έξωθεν πιέσεις. Νομίζω ότι οι αλλαγές πρέπει να κινούνται προς την κατεύθυνση της όσο το δυνατόν μεγαλύτερης προτυποποίησης, με κοινά, αντικειμενικά μετρήσιμα, διαφανή κριτήρια αξιολόγησης για όλους τους μαθητές και προσβάσιμα αποτελέσματα αξιολόγησης σε όλους τους ενδιαφερόμενους. Αυτή θα είναι μια πραγματικά συστημική αλλαγή, που θα κάνει την εποχή που έδινα Πανελλήνιες (μέσα της δεκαετίας του '90), κατά την οποία δεν επιτρεπόταν στον μαθητή ούτε καν η πρόσβαση στο γραπτό του (!), να μοιάζει αιώνες πίσω.

Υ.Γ. Στο μπλογκ του Καθηγητή του ΕΜΠ, κ. Χαρίλαου Ψαραύτη, υπάρχει μια ενδιαφέρουσα ανάρτηση σχετικά με το χρόνο που μεσολαβεί για την ανακοίνωση των βάσεων από την ημερομηνία λήψης των μηχανογραφικών δελτίων.

This entry was posted in . Bookmark the permalink.

2 Responses to Η βάση του 10 και οι βάσεις ποιοτικής αξιολόγησης των μαθητών

  1. Το πρόβλημα είναι συνολικότερο και περιλαμβάνει παραμέτρους όπως η χρηματοδότηση των πανεπιστημίων, η αξιολόγηση ιδρυμάτων και καθηγητών και άλλα.

  2. xtsanos says:

    Σωστά. Εδώ αναφέρομαι μόνο στην αξιολόγηση και τις χωρίς σκοπό παλινδρομήσεις κάθε πολιτικής ηγεσίας. Και πάλι η διοικητική αυτονομία των πανεπιστημίων θα δώσει τη λύση.

Από το Blogger.