Archive for Ιουνίου 2010

Τα πράσινα τετράδια

Όταν πήγαινα στη Γ' Γυμνασίου, το σωτήριο ακαδημαϊκό έτος '92-'93, καθόμουν με τους φίλους μου σε τρία διαδοχικά θρανία σχηματίζοντας μια παρέα 6 ατόμων. Κάποια στιγμή, για να μπορούμε να μιλάμε περισσότερο μεταξύ μας (concept που 15 χρόνια μετά μου το έκλεψαν οι εταιρείες κινητής τηλεφωνίας), σκέφτηκα να αγοράσω ένα μικρό τετραδιάκι που θα κυκλοφορούσε ανάμεσά μας με σκοπό να καταγράφουμε όσα θέλαμε να πούμε στο μιλητό - κι ακόμα περισσότερα. To setting της αίθουσας ήταν πρόσφορο: τα θρανία ήταν εκείνα τα κλασικά σιδερένια με το "ραφάκι" από κάτω για να βάζεις βιβλία κλπ. και συνεπώς το τετράδιο μπορούσε άνετα να κυκλοφορεί μεταξύ των δύο συγκαθήμενων. Επιπλέον, τα θρανία ακουμπούσαν τοίχο, άρα αυτός που καθόταν στον τοίχο μπορούσε να πασάρει το τετράδιο μπροστά ή πίσω χωρίς να δίνει στόχο.

Το τετράδιο που αγόρασα ήταν ένα "Magic Clips", σαν κι αυτό στην φωτογραφία αλλά σε μέγεθος τσέπης και πράσινο. Θυμάμαι ότι το πρώτο πράγμα που γράφτηκε στο πρώτο τετράδιο ήταν η κωδικοποιημένη ερώτηση του διπλανού μου και μέχρι σήμερα πολυαγαπημένου αδερφικού φίλου μου Δημήτρη, αν μια συμμαθήτριά μας υποστήριζε ένα συγκεκριμένο πολιτικό κόμμα, μαζί με δύο checkboxes "ναι" - "όχι" και τικαρισμένο το "ναι". Πολύ άκυρη ερώτηση για δύο 14χρονους - τόσο άκυρη μάλιστα που αποφασίσαμε να ξεκινάμε με αυτή κάθε καινούριο τετραδιάκι, το οποίο επιπλέον αποκαλούσαμε "πράσινο" ανεξαρτήτως του χρώματος. Ό,τι να'ναι δηλαδή.

Η ιδέα έπιασε και σύντομα το εκάστοτε "πράσινο" τετράδιο έκανε τον γύρο της εξάδας με ταχύτητα φωτός. Πού και πού παρέκκλινε της πορείας του προς άλλα θρανία αλλά πάντοτε γύριζε εντός συνόρων και κατέληγε στο θρανίο που μοιραζόμουν με τον Δημήτρη. Είχαμε και μυστικά να κρύψουμε, πώς να το κάνουμε: το ξεμυάλισμά μου ("infatuation" is the word) με μια συμμαθήτρια, που αποτελούσε βασικό theme των τετραδίων και ολόκληρης εκείνης της σχολικής χρονιάς, η εμμονή μας με την Ένωση Κεντρώων και τον Πρόεδρο Βασίλη Λεβέντη (που παραμένει και έχει πλέον μετουσιωθεί σε group λατρείας στο Facebook), ο Παναθηναϊκός, διάφοροι μικροέρωτες και μικροπαρεξηγήσεις που έρχονταν και εφεύγαν αμέσως, στίχοι, σκιτσάκια, πολιτικά παραληρήματα αριστερίζουσας ή και κάργα αριστερής τάσης και ό,τι άλλο μπορούσε να σκαρφιστεί το μυαλό 14χρονων παιδιών για να περάσουν οι βαρετές ώρες των μαθημάτων.

Στα ντουζένια μας χρειαζόμασταν 2-3 τετράδια το μήνα - θυμαμαι ότι στο peak είχαμε τελειώσει ένα μόλις σε 10 μέρες! Ιδιαίτερα τις χειμωνιάτικες μέρες, που η διάθεση ήταν χαμηλά, τα πράσινα τετράδια έδιναν ενδιαφέρον στις ατέλειωτες σχολικές ώρες και ήταν περιζήτητα. Όμως, καθώς ο χειμώνας έδινε θέση στην άνοιξη και με την προοπτική του καλοκαιριού η διάθεση ανέβαινε και οι μέρες ελάφραιναν, η ανάγκη για πράσινο τετράδιο μίκραινε. Στο τέλος της σχολικής χρονιάς είχαμε γεμίσει γύρω στα 15 (θα ήταν 14; 16; δε θυμάμαι) τετράδια καθώς και ένα που το είχα ονομάσει κάπως σαν "The outtakes" ή "The lost pages" και περιλάμβανε ό,τι σελίδα είχε βγει από τα υπόλοιπα - κυρίως classified top secrets, πρόχειρα και άλλα άσχετα. Κι όλα αυτά χωρίς ούτε μια φορά να μας πιάσει καθηγητής. Τυχαίο; Δε νομίζω.

Αργότερα, στην Α' Λυκείου σκέφτηκα να επαναφέρω τα πράσινα τετράδια, αλλά στην καινούρια τάξη με τους καινούριους συμμαθητές (mixed mode στο Γυμνάσιο, αλφαβητικά στο Λύκειο) και χωρίς την παρέα του Γυμνασίου το concept δεν έπιασε και μετά από δύο (το ένα νομίζω μισογεμάτο) το σταμάτησα.

Όλα αυτά τα γράφω από μνήμης γιατί δυστυχώς δε μπορώ να βρω τα τετράδια με καμία δύναμη. Σίγουρα δεν έχουν χαθεί εν μέσω μετακομίσεων γιατί δεν τα πήρα καν από το πατρικό μου, αλλά ούτε εκεί βρίσκονται. Επίσης δεν θυμάμαι αν τα έχω δώσει κάπου, πράγμα ελάχιστα πιθανό. Δύο είναι οι πιο πιθανές εκδοχές. Πρώτο, ότι σε κάποιο συγύρισμα τοποθετήθηκαν κάπου που δεν ξέρω από κάποιον που δεν ξέρω, άρα η ανεύρεσή τους θα είναι τυχαία αλλά σίγουρη. Δεύτερο, ότι σε κάποιο συγύρισμα πετάχτηκαν και τώρα έχουν καταλήξει χους εις χουν. Είναι κάτι που δε θέλω να σκέφτομαι, μιας και θα έχει καταστραφεί μια από τις καλύτερες αναμνήσεις από τα σχολικά μου χρόνια. Όσο, όμως, δεν εμφανίζονται και όσο τα μέρη που δεν έχω ψάξει ελαττώνονται, μάλλον τόσο πρέπει να συμφιλιώνομαι με την ιδέα...

Posted in | 8 Comments

Intermission

Καιρό έχουμε να τα πούμε - επί της ουσίας και όχι ενημερωτικά. Πολλή δουλειά έχει πέσει, κι αυτό αν μη τι άλλο είναι καλό να ακούγεται τέτοιες μέρες και εποχές...

Τρία papers (παράλληλο processing), διαχείριση αποστολής και λήψης ερωτηματολογίων (Dillman FTW), διάφορα άλλα διαδικαστικά/διοικητικά, ε, νομίζω ότι το νόημα είναι ξεκάθαρο: δεν προλαβαίνω!

Κι είναι κι αυτή η ζέστη, που όταν ο ήλιος γυρίζει και αρχίζει να πέφτει προς τη δύση κάνει το γραφείο φούρνο κι εμάς κοτόπουλα που σιγοψήνονται. Άρα οι παραγωγικές ώρες είναι περίπου 9-3. Δυστυχώς αυτές είναι οι ώρες με τις περισσότερες "παρεμβολές" που σε αποσπούν από την απαραίτητη συγκέντρωση.

Γυρίζω σπίτι και δεν έχω όρεξη για τίποτα. Κι ενώ έχω δουλειά να φάνε κι οι κότες, και ακόμα πιο πιεστικές προθεσμίες, με το που μπαίνω στο σπίτι καταρρέω από τη σωματική κούραση - απόρροια της ζέστης. Και δεν έχω όρεξη ούτε για γράψιμο, ούτε για διάβασμα. Μόνο κανένα σχολιάκι στο Twitter, αλλά κι αυτό με το ζόρι.

Πού θα πάει όμως, σύντομα τα papers θα γραφτούν, τα ερωτηματολόγια θα αποσταλούν, τα διοικητικά θα διευθετηθούν και τότε θα τα πούμε με την ησυχία μας και με την συχνότητα με την οποία αυτό το μπλογκ έχει συνηθίσει να ανανεώνεται.

Ως τότε, καλή αντοχή και καλά κουράγια...

Posted in | 2 Comments

"Columbine" του Dave Cullen


Σε πρόσφατο ταξίδι μου είχα τον χρόνο να διαβάσω το "Columbine" του δημοσιογράφου Dave Cullen. Το βιβλίο περιγράφει τα γεγονότα πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την επίθεση δύο μαθητών του Λυκείου Columbine στο Littleton του Colorado εναντίον των συμμαθητών και των καθηγητών τους, στις 20 Απριλίου του 1999, με απολογισμό 13 νεκρούς (συν τους 2 δράστες) και 24 τραυματίες.

Πολλά βιβλία έχουν γραφτεί για αυτή την τραγωδία, αρκετά από επιζώντες ή συγγενείς παιδιών που έχασαν τη ζωή τους στο συμβάν. Όμως το βιβλίο του Cullen είναι συγκλονιστικό για τη λεπτομέρειά της δεκαετούς ερεύνας που το συνοδεύει, τη σκιαγράφηση των χαρακτήρων των δύο δραστών και την αποτύπωση της αντίδρασης της τοπικής κοινωνίας καθώς προσπαθούσε να αντιληφθεί και να απορροφήσει το μέγεθος της τραγωδίας. Το βιβλίο αποτελείται από πολλά (52) μικρά κεφάλαια, που από κάποιο σημείο και έπειτα εναλλάσσονται (ένα πριν - ένα μετά την επίθεση), γεγονός που κάνει την ανάγνωση ενδιαφέρουσα και, όσο κι αν ακούγεται περίεργο, εύκολη. Αποδομεί αρκετούς από τους μύθους που εξακολουθούν να κυκλοφορούν για τα αίτια που οδήγησαν τους δύο δράστες στην πράξη αυτή (εκφοβισμός και κοινωνική απομόνωση στο σχολείο, extreme μουσική, βιντεοπαιχνίδια) και αξιολογεί τον ρόλο των ΜΜΕ στην κάλυψη των γεγονότων (ιδιαίτερα τις πρώτες στιγμές) και στη δημιουργία του moral panic που ακολούθησε. Διερευνά τους τρόπους με τους οποίους οι πάστορες της Ευαγγελικής Εκκλησίας (που ανθεί σε πολιτείες όπως το Colorado) προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν την τραγωδία για να αυξήσουν την "πελατεία" τους, καθώς και τα σφάλματα των τοπικών αρχών ασφαλείας στην αποκωδικοποίηση προμηνυμάτων σχετικά με την προηγούμενη συμπεριφορά των δραστών που θα μπορούσαν να έχουν προλάβει την επίθεση. Τέλος, αναφέρεται στις αντιδράσεις των συγγενών των θυμάτων και στους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους αντιμετώπισαν την απώλεια των παιδιών τους.

Η πιο συγκλονιστική περιγραφή όμως είναι η πορεία των δραστών ως την απονενοημένη πράξη τους, μέσα από την παράθεση των εκτεταμένων ηλεκτρονικών και γραπτών ημερολογίων που σκόπιμα τηρούσαν, προκειμένου να υπάρξει πλήρης καταγραφή των πράξεών τους και, το σημαντικότερο, των αιτιών πίσω από αυτές. Είναι συγκλονιστικό να διαβάζεις τα γραπτά δύο 18χρονων που βουτάνε ολοένα και περισσότερο ο ένας στην κλινική ψυχοπάθεια και ο άλλος στην κατάθλιψη, και να αντιλαμβάνεσαι πόσο εκρηκτικό μείγμα ήταν η συναναστροφή μεταξύ τους. Είναι επίσης ανατριχιαστική η αποφασιστικότητα και η ηρεμία με την οποία τουλάχιστον ο ένας από τους δύο αντιμετώπιζε την επίθεση - ένας στόχος ζωής με αποτέλεσμα το τέλος της ίδιας του της ζωής - και η σχολαστικότητα με την οποία την προετοίμαζε. Τέλος, είναι ιδιαίτερα ενοχλητικό να διαβάζεις για το πραγματικό "μέγεθος" των σχεδίων τους που δεν υλοποιήθηκαν εξαιτίας της τεχνικής ανεπάρκειάς τους: να ανατινάξουν την τραπεζαρία του σχολείου την ώρα που θα ήταν γεμάτη μαθητές, να αποτελειώνουν με πυροβόλα όσους θα προσπαθούσαν να δραπετεύσουν από το χάος που θα δημιουργούνταν και, όταν οι ίδιοι θα είχαν ήδη σκοτωθεί, να έρθει το τελειωτικό χτύπημα με βόμβες προπανίου που είχαν κρύψει στα σταθμευμένα στο πάρκινγκ του σχολείου αυτοκίνητά τους και θα αποδεκάτιζαν γονείς, ιατρικό προσωπικό, δημοσιογράφους και όποιον άλλο θα είχε την ατυχία να βρίσκεται εκεί. Κι όλα αυτά από δύο φαινομενικά κανονικούς "middle-class, white, Christian, suburban teenagers".

Παρά το ενοχλητικό θέμα του είναι ένα βιβλίο που συνιστώ ανεπιφύλακτα, κυρίως γιατί καταδεικνύει με περίτεχνο τρόπο πώς τα λάθη, οι παραλείψεις (ηθελημένες και μη) και οι λανθασμένες προσεγγίσεις από όλους τους εμπλεκόμενους οδηγούν σε συμπεράσματα που είναι επικίνδυνα όχι για τους ίδιους αλλά για την κοινωνική ισορροπία εν γένει. Απαραίτητο συμπλήρωμα του βιβλίου αποτελεί το website του συγγραφέα, στο οποίο κανείς μπορεί να βρει πάρα πολλές υποστηρικτικές πηγές, συμπεριλαμβανομένων και των ημερολογίων των δραστών. Το βιβλίο κέρδισε αρκετά βραβεία το 2009, με σημαντικότερο κατά τη γνώμη μου αυτό του Top Education Book του National School Boards Association των ΗΠΑ.

Posted in | 2 Comments

Δίσκοι ζωής #4: Gene - Drawn To The Deep End


Θα έπρεπε να είχα παρουσιάσει το "Drawn To The Deep End" πρώτο σ' αυτή τη σειρά αναρτήσεων, πολύ απλά γιατί είναι ο δίσκος που έχω ακούσει τις περισσότερες φορές από κάθε άλλον ever. Τους Gene τους γνώρισα μέσα από τα αρθράκια και τα reviews του Ποπ + Ροκ, που ήταν για μένα η μοναδική έγκυρη πηγή μουσικής ενημέρωσης στις προ-Ίντερνετ μέρες, και από τα 7ιντσα που αγόραζα ευλαβικά κάθε Παρασκευή απόγευμα από το Pilgrim, το Trust, το Happening και λιγότερο το Metropolis πηγαίνοντας προς το φροντιστήριο για τις Πανελλαδικές. Είχα ήδη αρχίσει να γίνομαι fan, οι δύο πρώτοι δίσκοι ("Olympian" και "To See The Lights") έπαιζαν πολύ στο walkman εκείνη τη ζόρικη περίοδο, μέχρι και εισητήρια είχα βγάλει για τη συναυλία τους που ακυρώθηκε, αλλά με τίποτα δεν περίμενα ότι το "Drawn To The Deep End" θα με συγκλόνιζε όσο κανένας άλλος δίσκος μέχρι σήμερα.

Τι να πρωτογράψω γι'αυτό το δίσκο... Έχω περάσει τόσες ώρες ακούγοντάς τον που τον ξέρω απ'έξω κι ανακατωτά, κάθε μικρός θόρυβος, κάθε γρατζούνισμα της κιθάρας, κάθε ανάσα του Martin Rossiter έχουν γίνει μέρος του είναι μου. Συντετριμμένος ρομαντισμός, συναισθηματική παγερότητα και φωνητικά που ορισμένες στιγμές είναι τόσο ευαίσθητα που νομίζεις ότι θα τσακίσουν και άλλες φορές τόσο δυναμικά που νομίζεις ότι θα σε τσακίσουν - όλα εξαιτίας της κατάθλιψης από την οποία έπασχε ο Rossiter κατά τη διάρκεια της ηχογράφησης του δίσκου. Οι περίπλοκες ενορχηστρώσεις, οι αλλαγές στο τέμπο των τραγουδιών, τα πλούσια έγχορδα συνδυάζονται ιδανικά με τους στίχους και δημιουργούν την ατμόσφαιρα συναισθηματικής αναζήτησης αλλά και "παραίτησης" που βίωνε ο Rossiter εκείνη την εποχή.

Το εναρκτήριο κομμάτι, "New Amusements" προσπαθεί από την πρώτη κιόλας στροφή να θέσει τους όρους: "You are here to serve me / Shut up, sit down, begin, observe me": εσύ ακούς, αυτός μιλάει, εσύ γίνεσαι κοινωνός της παράνοιάς του, αυτός προσπαθεί να σου δείξει ότι έχει το πάνω χέρι. Πράγματι, αμέσως μετά σου λέει ότι είναι "Fighting Fit": I've tasted life and I'm ready, αλλά τα φαινόμενα στην πραγματικότητα απατούν. "Where Are They Now?", "Speak To Me Someone" και "We Could Be Kings" είναι κραυγές απελπισίας που πηγάζουν από την αναζήτηση ενός νοήματος για τη ζωή, ενός φωτός στην άκρη του τούνελ που ήταν ακόμα πολύ μακριά. Το τέλος του "We Could Be Kings" με τις ασύλληπτα δυνατές κιθάρες σε βρίσκει αποκαμωμένο από την ένταση της απελπισίας να εξακολουθείς να αναρωτιέσαι "Why I Was Born". Η απάντηση ευτυχώς είναι εκεί: "I want to show you I love you".

Το δεύτερο μέρος του δίσκου ξεκινάει με μια αισιόδοξη μελωδία που σε κάνει να αναθαρρείς, όταν όμως μαθαίνεις ότι ακόμα πρέπει να φοράς "Long Sleeves For The Summer" και ακούς την Smiths-ική αλλαγή της μελωδίας καταλαβαίνεις ότι η αναζήτηση συνεχίζεται, έστω και με μικρότερη ένταση και με ψήγματα αισιοδοξίας. Ζητάς από τον άλλο να σε σώσει ("Save Me I'm Yours"), ρίχνεις το φταίξιμο στο παρελθόν ("Voice Of The Father" - the closed door that scares you / I'm always there) και σκέφτεσαι με ποιο τρόπο θα λυτρωθείς απ' αυτό ("The Accidental"). Βαθιά μέσα σου όμως ξέρεις ότι αυτό που θα σε σώσει είναι εκεί, απλά πρέπει να το ανακαλύψεις ("I Love You, What Are You") και να το πείσεις (αλλά παράλληλα να πειστείς κι εσύ ο ίδιος) ότι η ζωή είναι μαζί. Και ότι όλο αυτό το ξέσπασμα μέσα στη νύχτα δεν χρειάζεται να το ξέρει κανείς εκτός από εσένα τον ίδιο ("Sub Rosa" - but in the middle of the night / in the heart of every desperate night / who'll know?)...

Ο δίσκος αποτέλεσε τη μεγαλύτερη επιτυχία των Gene (#8 στο UK Chart) ενώ μετά άρχισε η εμπορική κάτω βόλτα. Παρόλα αυτά, η μπάντα κράτησε μέχρι το 2004 βγάζοντας άλλους δύο δίσκους ("Revelations" και "Libertine") και ένα live από μια συναυλία στο Los Angeles το 2000 ("Rising For Sunset"), που αποτέλεσε μάλιστα ένα από τα πρώτα webcasts που έγιναν ποτέ και είχε για μια μικρή περίοδο τον τίτλο του webcast με τους περισσότερους ακροατές ever (περίπου 60,000). Η μπάντα εξακολουθεί να έχει φανατικους θαυμαστές και τα πρώην μέλη της επικοινωνούν συχνά μέσω ενός mailing list που έχει γίνει κάτι σαν τόπος συγκέντρωσης. O Martin Rossiter ασχολείται με solo υλικό ενώ συμμετέχει και σε μια μπάντα με το όνομα Call Me Jolene.

Υ.Γ. Το πραγματικό διαμάντι της περιόδου του "Drawn To The Deep End" βρίσκεται σε δύο EP από τη μεγαλειώδη συναυλία που έδωσαν στο Royal Albert Hall τον Μάρτιο του 1997 με τη συνοδεία πλήρους ορχήστρας εγχόρδων. Προσωπική επιτυχία: μέσω ενός fan κατάφερα να βρω ολόκληρη τη συναυλία, από το soundboard του BBC 1 Radio που τη μετέδωσε ζωντανά...


Posted in | 3 Comments
Από το Blogger.