Juliet, Naked

Η Annie και ο Duncan είναι ένα ζευγάρι στα early-40s που συζούν για 15 χρόνια σε μια θανατερά βαρετή αγγλική κωμόπολη. Εκείνη εργάζεται στο τοπικό μουσείο, εκείνος διδάσκει σε κάποιο κολλέγιο και έχει ψύχωση με τον Tucker Crowe, έναν Αμερικανό τραγουδιστή που απέκτησε κάποια φήμη στα 80s και εξαφανίστηκε απότομα και οικειοθελώς από προσώπου γης. Με αφορμή μια κυκλοφορία ενός δίσκου του Crowe μετά από 18 χρόνια σιωπής, η Annie έρχεται σε επαφή μαζί του μέσω μιας κριτικής που ποστάρει στη fan page που διατηρεί ο Duncan. Η επαφή τους, αρχικά ηλεκτρονική και ύστερα δια ζώσης, την οποία για μεγάλο χρονικό διάστημα η Annie διατηρεί κρυφή από τον Duncan, αλλάζει τη θεώρηση της ζωής και των δύο και ειδικά της Annie που τελικά κάνει τη μεγάλη αλλαγή που επιθυμούσε και πηγαίνει στην Αμερική για να συζήσει με τον Tucker.


Με τα βιβλία του Nick Hornby έχω μια περίεργη σχέση, την οποία συνειδητοποίησα τώρα που τελείωσα αυτό το βιβλίο: δεν υπάρχει ούτε ένα από όσα έχω διαβάσει που δεν μου άρεσε (τουλάχιστον), κι όμως δεν είναι από τους αγαπημένους μου συγγραφείς. Λάτρεψα το Fever Pitch (ως οπαδός της Arsenal όπως και ο Hornby), το 31 Songs και το High Fidelity, ρούφηξα το Slam και συγκινήθηκα με το Juliet, Naked. Κάτι όμως με απέτρεπε από το να ψάξω περισσότερα για τη ζωή του και το έργο του, να διαβάσω συνεντεύξεις, κριτικές άλλων κλπ. όπως έχω κάνει κατά κόρον με τον Mario Vargas Llosa, τον J.M. Coetzee και εσχάτως με τον Jonathan Franzen. Νομίζω ότι ο λόγος είναι πως τα έργα του Hornby δεν έχουν το ειδικό βάρος των έργων των προαναφερθέντων. Είναι, δηλαδή, κάτι σαν την Arsenal στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο: σεβαστή και υπολογίσιμη δύναμη αλλά χωρίς την ιστορία και το όνομα της Real, της Barcelona ή της Milan. Επιπλέον, τα θέματα των μυθιστορημάτων του δεν προδιαθέτουν για "μεγάλα" βιβλία: μπάλα, ποπ μουσική, κι άλλη μουσική με έμφαση σε λίστες, top-5 και b-sides, νεανική εγκυμοσύνη, σχέσεις μεταξύ μοντέρνων ανθρώπων, κι όλα αυτά σε ένα Αγγλό-κεντρικό, ή μάλλον Λονδινο-κεντρικό σκηνικό. Καμία σχέση, δηλαδή, με τις πολιτικές πραγματείες του Llosa, τη βαθιά και συντριπτική ψυχανάλυση του Coetzee και την μεγαλειώδεις, ευφυείς προσωπογραφίες του Franzen.

Όμως τα βιβλία του έχουν τη δυνατότητα να σε κρατάνε στις σελίδες τους, να εισχωρείς στους χαρακτήρες με ευκολία και να περνάς μερικές ευχάριστες και ενίοτε συγκλονιστικές ώρες μαζί τους. Υπό αυτή την έννοια, ο Hornby είναι μια από τις σίγουρες επιλογές μου, όπως και η Arsenal εδώ και καμιά 20αριά χρόνια. Κι αν για την τελευταία κάποτε στα 80s και τις αρχές των 90s ίσχυε το σύνθημα "boring, boring Arsenal" εξαιτίας του μη θελκτικού ποδόσφαιρου που έπαιζε, για τον Hornby ισχύει το αντίθετο. Θυμίζει την εξαιρετική Arsenal του Arsène Wenger εποχής 2003-2006 που κέρδισε το νταμπλ στην Αγγλία και μάλιστα αήττητη αλλά δεν κατάφερε να κάνει το παραπάνω βήμα στην Ευρώπη: παρότι έφτασε σε τελικό Champions League το 2006, έχασε το τρόπαιο από τη Barcelona. Οι συγκρίσεις μεταξύ συγγραφέων δικές σας.

This entry was posted in . Bookmark the permalink.

2 Responses to Juliet, Naked

  1. Ακριβώς την ίδια σχέση έχω κι εγώ με τον Horny, μου αρέσει, χωρίς να είναι αγαπημένος. Όπως μου αρέσει όλη αυτή η σχολή της "ελαφριάς" λογοτεχνίας.

    Θα διαφωνήσω όμως σε αυτό που λες για τα "μεγάλα" θέματα: Απλώς δεν υπάρχουν. Όπως απέδειξε ο Hemingway ή ο Melvil, ένα μεγάλο μυθιστόρημα ή διήγημα μπορεί να έχει για θέμα του το ψάρεμα ή το μποξ.

  2. xtsanos says:

    Εγώ πάλι πιστεύω ότι μόνο ένας πραγματικά μεγάλος συγγραφέας μπορεί να δημιουργήσει ένα μεγάλο μυθιστόρημα από ένα "μικρό" θέμα (δε μου αρέσουν οι όροι "μεγάλο" και "μικρό" όταν αναφέρομαι σε συγγραφείς και βιβλία, τους χρησιμοποιώ χάρη απλούστευσης). O Hornby απλά σκαρώνει όμορφες ιστορίες, όχι απαραίτητα ελαφριές (δεν είναι και Dan Brown) αλλά. Όταν όμως το Juliet, Naked το διαβάζεις μετά από κοτζάμ The Corrections, η διαφορά φαίνεται και είναι μεγάλη.

Από το Blogger.